«Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η Τουρκία έχει εισέλθει σε ένα τρομακτικό και απρόσμενο νέο κεφάλαιο στην πολιτική ιστορία της».
Σύμφωνα με τον Guardian που αναλύει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της περασμένης Κυριακής δίνονται στον πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «πρωτοφανείς και διευρυμένες εξουσίες».
Σύμφωνα με τον Guardian «αν υλοποιηθούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν θα αναδημιουργήσουν παρά ένα σουλτανάτο, σχεδόν έναν αιώνα αφού ο Ατατούρκ ίδρυσε τη δημοκρατία στα ερείπια της οθωμανικής αυτοκρατορίας».
«Για την Ευρώπη, καθώς και για τους δυτικούς συμμάχους της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ο μετασχηματισμός είναι πιθανό να έχει σημαντικές συνέπειες. Οι σχέσεις, ήδη τεταμένες, είναι βέβαιο ότι θα επιδεινωθούν περαιτέρω, σε μία στιγμή που η συνεργασία της Τουρκίας στο προσφυγικό ζήτημα συγκεκριμένα εξακολουθεί να είναι κρίσιμη», τονίζει ο Guardian και συνεχίζει αναφερόμενος στην «επιφυλακτική» αντίδραση των Βρυξελλών, του Βερολίνου και του Παρισιού μαρτυρεί αυτή τη νέα δυσφορία. Όπως υπενθυμίζει, ο Ερντογάν είχε ήδη ήδη προειδοποιηθεί ότι αν εκπληρώσει την απειλή του και επαναφέρει τη θανατική ποινή, θα τερματίσει αμέσως κάθε προοπτική προσέγγισης με την ΕΕ.
Σύμφωνα με τον Guardian ούτε η μικρή διαφορά με τη οποία επικράτησε το «ναι» στο δημοψήφισμα ούτε οι κατηγορίες της αντιπολίτευσης για παραβιάσεις στη διαδικασία, αλλά και οι έκθεση κόλαφος των διεθνών παρατηρητών, δεν εμπόδισε τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές του κόμματός του (ΑΚP) να προαναγγείλει αυτό που βλέπει ως μία νέα εποχή που προορίζεται να εδραιώσει τη δύναμη ενός ανθρώπου όπως και τη δύναμη και την αντοχή ενός έθνους στην αντιμετώπιση των εξωτερικών και εγχώριων εχθρών».
«Η στροφή της Τουρκίας στην απολυταρχία έχει πλέον ολοκληρωθεί. Το δημοκρατικό σύστημα ελέγχων και ισορροπιών πρόκειται να συνθλιβεί. Ωστόσο, παραμένει μία βαθιά διχασμένη χώρα, στην οποία η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτούς εκείνους που υποστηρίζουν την κληρονομιά του Ατατούρκ και εκείνων που θέλουν να την ανατρέψουν, ανάμεσα στους υποστηρικτές ενός κοσμικού συστήματος και τους υποστηρικτές των συντηρητικών ισλαμικών αξιών, ανάμεσα στους Κούρδους και Τούρκους εθνικιστές, ανάμεσα στο κάποτε κυρίαρχες στρατιωτικές δομές και τις νέες ελίτ του AKP, αναμένεται να τροφοδοτήσει ακόμα περισσότερες εντάσεις», σημειώνει ο Guardian.
Παράλληλα η βρετανική εφημερίδα σχολιάζοντας τις συνθήκες που διεξήχθη το δημοψήφισμα «εν μέσω μίας πολιτικής καταστολής που έφτασε σε «θεαματικά επίπεδα» μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου χρόνου, τονίζει ότι ο «ισχυρός άντρας της Τουρκίας έχει πολώσει εσκεμμένα τη χώρα του, σπέρνοντας τον τρόμο μέσω μίας ευρείας κλίμακας εκκαθαρίσεων και καταδίωξης των αντιφρονούντων, και έχει ρίξει τις στρατιωτικές του δυνάμεις σε πλήρη πόλεμο ενάντια στις κουρδικές αυτονομιστικές ομάδες, και πιο πρόσφατα προωθώντας πολλαπλές κρίσεις με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις».
Η ιστορία
«Η πολιτική διολίσθηση της Τουρκίας είναι τόσο βαρυσήμαντη όσο δύσκολο ήταν να προβλεφθεί στα πρώτα χρόνια του ΑΚP, της πρώτης ισλαμιστικής κυβέρνησης. Οι δημοκρατικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις χειροκροτήθηκαν από τη Δύση. Σύντομα η ΕΕ ήταν έτοιμη να ξεκινήσει δειλά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Μετά την πολιτική αστάθεια και διαφθορά του 1990, αυτή ήταν μία νέα Τουρκία που η ισλαμιστική της ηγεσία φάνηκε όχι περισσότερο ριζοσπαστική θρησκευτικά από τους Χριστιανοδημοκράτες της Ευρώπης, και η εκσυγχρονισμός της θα επέκτεινε, ήταν η ελπίδα, την ευημερία και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ο κ. Ερντογάν είχε πει κάποτε “τα τζαμιά είναι οι στρατώνες μας, οι τρούλοι τα κράνη μας, οι μιναρέδες οι ξιφολόγχες μας, και οι πιστοί οι στρατιώτες μας”, ταυτόχρονα όμως υποσχέθηκε μία “φιλοευρωπαϊκή” πορεία και για ένα διάστημα έμεινε σε αυτή», γράφει ο Guardian και συνεχίζει αναφερόμενος στον Τούρκο πρόεδρο:
«Το σκληρό παιδί της εργατικής τάξης από την Κωνσταντινούπολη έγινε η φωνή της ανερχόμενης μεσαίας τάξης της επαρχίας της Τουρκίας, ιδιαίτερα στην Ανατολία, με τον ευσεβή κοινωνικό συντηρητισμό του. Κληρονόμησε ταυτόχρονα ένα αυταρχικό χαρακτηριστικό από τον πατέρα του, καπετάνιο πλοίου ο οποίος κάποτε τον κρέμασε από τα χέρια στο ταβάνι επειδή έβρισε. Η δίψα για την εξουσία σε συνδυασμό με την παράνοια και τη συρρίκνωση του κύκλου των συμβούλων του έπαιξε κάποιο ρόλο. Οι εντάσεις και το χάος στη Μέση Ανατολή, όπου η Τουρκία κάποτε πίστευε (μετά την Αραβική άνοιξη το 2011) ότι θα μπορούσε να γίνει ένα πρότυπο για τους άλλους, μπορεί να συνέβαλε στο να ξετυλιχθεί.
Η κοινωνία των πολιτών της Τουρκίας σίγουρα αγωνίστηκε ενάντια στον υφέρποντα δεσποτισμό, συμπεριλαμβανομένης της εξέγερσης στο πάρκο Gezi το 2013. Αυτή είναι μία πολύπλοκη χώρα στην οποία ένα άνθρωπος μόνος του, όσο φιλόδοξος και αμείλικτος και αν είναι, δεν μπορεί να ενσωματωθεί εξ’ ολοκλήρου. Η αντίσταση μπορεί να εγερθεί ξανά. Αλλά προς το παρόν, όσο ο κ. Ερντογάν ανελέητα ανατρέπει τους θεσμούς της χώρας, είναι οι δημοκράτες της Τουρκίας -εκείνοι που αγωνίζονται γενναία για τις αξίες και που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτα αναπόφευκτο στο να αναγκάζονται να υπακούσουν εκατομμύρια πολίτες- που αξίζουν και πρέπει να πάρουν όλη τη στήριξη που η Ευρώπη μπορεί να προσφέρει».
Στην Κωνσταντινούπολη, τη μια από τις τρεις μεγάλες πόλεις (Άγκυρα και Σμύρνη οι άλλες δυο) όπου οι πολίτες ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα, αργά το βράδυ της Κυριακής (16.04.2017), χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν κατά του Ερντογάν.
Άλλοι, επέλεξαν να βγουν στα μπαλκόνια των σπιτιών τους. Κοινό τους χαρακτηριστικό οι κατσαρόλες που κρατούσαν στα χέρια τους και τα συνθήματα κατά του «σουλτάνου», και το αίτημα για την παραίτησή του.
Σε πολλές περιοχές της Κωνσταντινούπολης, κάτοικοι στα παράθυρα των σπιτιών τους χτυπούσαν κατσαρόλες και τηγάνια ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Άλλοι επέλεξαν να βγουν στους δρόμους για να διαδηλώσουν κατά του Ερντογάν και του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Φωτογραφίες: Reuters
Μια οριακή πλειοψηφία των Τούρκων ενέκρινε χθες Κυριακή την ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος το αποτέλεσμα του οποίου ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για το μέλλον της χώρας.
Το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας θα επηρεάσει τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την προσέγγιση της Άγκυρας στο κουρδικό ζήτημα και την εξέλιξη της τουρκικής κοινωνίας.
Ακολουθούν πέντε ερωταπαντήσεις για το τι μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα:
Περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατική Τουρκία;
Με τη νίκη του αυτή, ο Ερντογάν αποκτά σημαντικά ενισχυμένες εξουσίες και θεωρητικά μπορεί να παραμείνει στην προεδρία ως το 2029. Η εκτελεστική εξουσία θα είναι συγκεντρωμένη στα χέρια του προέδρου. Το αξίωμα του πρωθυπουργού θα καταργηθεί.
Οι υποστηρικτές του προέδρου λένε πως αυτό ήταν απαραίτητο για να σταθεροποιηθεί η κυβέρνηση και να υπάρξει σαφής διάκριση με τη δικαστική και τη νομοθετική εξουσία.
Όμως οι αντίπαλοί του εκφράζουν φόβους ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα αντίβαρο, κανένας μηχανισμός ελέγχου της εξουσίας του με το νέο σύστημα, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Το προεδρικό σύστημα «συγκεντρώνει άνευ προηγουμένου εξουσίες στα χέρια ενός άνδρα και μόνο», υπογραμμίζει ο Άλαν Μακόφσκι του ινστιτούτου μελετών Centre for American Progress.
Ποιο είναι το μέλλον της σχέσης της Τουρκίας με την Ευρώπη;
Οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδεινώθηκαν ραγδαία το τελευταίο διάστημα, με τον Ερντογάν να κατηγορεί ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για «ναζιστικές πρακτικές».
Σύμφωνα με τον Τούρκο πρόεδρο, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της χώρας στην ΕΕ, που βρίσκονται σε τέλμα εδώ και καιρό, θα τεθούν και πάλι «στο τραπέζι» μετά το δημοψήφισμα. Ο Ερντογάν αναφέρθηκε χθες στην πιθανή διοργάνωση ενός ακόμη δημοψηφίσματος, για την επαναφορά της θανατικής ποινής—κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για τις Βρυξέλλες.
«Η τακτική του να επιτίθεται συνεχώς στην ΕΕ (…) για να εξυπηρετήσει εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες πλέον φτάνει στα όριά της», σύμφωνα με τον Μαρκ Πιερινί του κέντρου μελετών Carnegie Europe.
Μετά τη νίκη του στο δημοψήφισμα, ο Ερντογάν δεν αποκλείεται να εγκαταλείψει τον στόχο η χώρα να ενταχθεί στην ΕΕ και να προκρίνει απλά μια διμερή σχέση επικεντρωμένη στο εμπόριο, για παράδειγμα με την προώθηση μιας ενισχυμένης τελωνειακής ένωσης.
Πόλεμος ή ειρήνη με τους Κούρδους;
Μετά την κατάρρευση της ιστορικής εκεχειρίας με το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (PKK) το καλοκαίρι του 2015, η νοτιοανατολική Τουρκία έχει βυθιστεί σε μια δίνη αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας και των κούρδων αυτονομιστών.
Οι νέες ευρείας κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις συνοδεύτηκαν από την διεύρυνση της καταστολής των Κούρδων, συμπεριλαμβανομένων πολλών πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, που κατηγορούνται ότι συνδέονται με τις «τρομοκρατικές» ενέργειες του PKK.
Καθώς η νίκη του «ναι» επιτεύχθηκε με οριακή διαφορά, ο Ερντογάν ίσως υιοθετήσει μια πιο «συμβιβαστική» στάση στο κουρδικό ζήτημα, εκτιμά η Ασλί Αϊντιντασμπάς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.
Μολαταύτα, προς το παρόν η ρητορική του παραμένει πολεμική, και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος έκανε λόγο περί μιας επικείμενης χερσαίας επιχείρησης εναντίον του PKK στο βόρειο Ιράκ αμέσως μετά το δημοψήφισμα.
Συμφιλίωση ή πόλωση;
Η τουρκική κοινωνία είναι έντονα πολωμένη τα τελευταία χρόνια όσον αφορά το πρόσωπο του Ερντογάν. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για το δημοψήφισμα, ο Τούρκος πρόεδρος δαιμονοποίησε τους αντιπάλους του, κατηγορώντας τους ότι συνεργάζονται με τους «τρομοκράτες» και τους «πραξικοπηματίες».
Ο Ερντογάν «κερδίζει (τις εκλογικές αναμετρήσεις), όμως, τελικά, η μισή χώρα τον αγαπά και η άλλη μισή τον απεχθάνεται. Αυτή είναι η αιτία της κρίσης της σύγχρονης Τουρκίας», κρίνει ο Σονέρ Τσαγκαπτάι, αναλυτής του Washington Institute.
Ο Τούρκος πρόεδρος συμμάχησε με τους υπερεθνικιστές για να κερδίσει τη μάχη του δημοψηφίσματος, γεγονός που ίσως δείχνει περισσότερο ρεαλισμό από πλευράς του σε σχέση με το παρελθόν.
Ορισμένοι παρατηρητές ανέμεναν ότι ο Ερντογάν θα υιοθετήσει πιο συμφιλιωτική ρητορική μετά το δημοψήφισμα, αν κερδίσει.
«Τώρα έχει έλθει η ώρα της αλληλεγγύης, της ενότητας (...) όλοι μαζί είμαστε η Τουρκία», είπε χθες ο πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ.
Ανάκαμψη της οικονομίας ή πτωτική πορεία;
Οι αγορές θεωρούσαν ότι το «ναι» θα κέρδιζε στο δημοψήφισμα και προσβλέπουν σε μια επιστροφή της σταθερότητας στην Τουρκία, η οποία επλήγη τον τελευταίο ενάμιση χρόνο από αλλεπάλληλες τρομοκρατικές ενέργειες και την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος του Ιουλίου.
Όμως μεσοπρόθεσμα κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Η μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στους θεσμούς, η αυξημένη πόλωση της κοινωνίας και η καθυστέρηση της υιοθέτησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ίσως επηρεάσουν την ανάπτυξη.
Η νίκη του «ναι» χθες «ενδέχεται να γίνει δεκτή με ικανοποίηση από τις αγορές βραχυπρόθεσμα», είχε εκτιμήσει πριν από την ψηφοφορία το γραφείο της εταιρείας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών BCG Partners στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η ανάπτυξη «παραμένει ασθενική και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις (της μετατροπής) του συστήματος (σε προεδρικό) παραμένουν ακόμη άγνωστες», συμπλήρωσε.
imerisia.gr
Λίγες ώρες πριν από το δημοψήφισμα στην Τουρκία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δίνει αγώνα προκειμένου να επικρατήσει το "ναι".
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του Alpha o Τούρκος πρόεδρος επιδίδεται σε ένα νέο ανθελληνικό παραλήρημα.
«Οι τρομοκράτες δραπετεύουν από εδώ και πού πηγαίνουν; Στην Ελλάδα. Μιλάμε μαζί τους στο τηλέφωνο. Μας λένε ότι μέσα σε 15-20 μέρες θα το λύσουν το θέμα. Ακόμη εκείνοι οι τρομοκράτες κρύβονται στην Ελλάδα και τους έχουν στα ώπα-ώπα. Όταν εσύ γίνεσαι φίλος με τον εχθρό μου, συμπάθα με, αλλά…», αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Τουρκίας.
Δείτε το βίντεο από τον Alpha:
enikos.gr
Οι ψηφοφόροι στην Τουρκία καλούνται σήμερα στις κάλπες για να εγκρίνουν ή να απορρίψουν την αναθεώρηση του Συντάγματος με την οποία ενισχύονται σημαντικά οι εξουσίες του προέδρου της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε ένα δημοψήφισμα με μεγάλο πολιτικό βάρος, το αποτέλεσμα του οποίου θα έχει σοβαρές συνέπειες, εννιά μήνες μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
«Αύριο η Τουρκία παίρνει μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ιστορίας της», είπε ο Ερντογάν χθες, κατά τη διάρκεια της τελευταίας συγκέντρωσης μιας μακράς προεκλογικής εκστρατείας.
Περίπου 55,3 εκατομμύρια Τούρκοι καλούνται να ψηφίσουν υπέρ ή κατά της αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία μεταξύ άλλων καταργεί τον θώκο του πρωθυπουργού και μεταφέρει τις σημαντικότερες εξουσίες στα χέρια του προέδρου.
Η κυβέρνηση επιμένει να χαρακτηρίζει τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος εκ των ων ουκ άνευ για να διασφαλιστεί η σταθερότητα της χώρας και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις στα πεδία της ασφάλειας και της οικονομίας. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει από την πλευρά της την αυταρχική παρέκκλιση ενός ηγέτη τον οποίο κατηγορεί πως προσπαθεί να φιμώσει κάθε επικριτική φωνή, ειδικά μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
Παρότι ακόμη τα κόμματα έκαναν χθες την τελευταία τους προσπάθεια να προσελκύσουν τους—πολλούς, κατά τις δημοσκοπήσεις—αναποφάσιστους, λίγο πριν κλείσει η προεκλογική εκστρατεία στις 18:00 (τοπική ώρα και ώρα Ελλάδας), ο Ερντογάν εμφανίστηκε αισιόδοξος.
«Τα αποτελέσματα προμηνύονται καλά», διαβεβαίωσε. «Αλλά αυτό δεν πρέπει να μας κάνει ληθαργικούς. Ένα δυνατό "ναι" θα είναι ένα μάθημα για τη Δύση», πρόσθεσε, έπειτα από μια προεκλογική εκστρατεία κατά τη διάρκεια της οποίας καταφέρθηκε επανειλημμένα εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα πρώτα από τα συνολικά 167.140 εκλογικά τμήματα άνοιξαν πριν από λίγο (στις 07:00) στο ανατολικό τμήμα της χώρας και θα κλείσουν στις 17:00. Οι Τούρκοι της διασποράς έχουν ήδη ψηφίσει. Ο Ερντογάν έχει διαμηνύσει ότι η υποψηφιότητα της Τουρκίας προς ένταξη στην ΕΕ, η οποία βρίσκεται σε τέλμα εδώ και χρόνια, θα μπει «στο τραπέζι» μετά το δημοψήφισμα. Έχει επίσης επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της επαναφοράς της θανατικής ποινής, κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για τις Βρυξέλλες.
Για τον αρχηγό του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, η επιλογή που έχει μπροστά της η Τουρκία είναι η εξής: «θέλετε να συνεχίσετε να έχετε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ή να αποκτήσετε ένα σύστημα διακυβέρνησης μόνο ενός ανδρός;» είπε χθες στην τελευταία συγκέντρωση του κόμματός του κοντά στην πρωτεύουσα, παρομοιάζοντας το προεδρικό σύστημα που θέλει να εγκαθιδρυθεί το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) με ένα «τρένο χωρίς φρένα» του οποίου ο προορισμός «είναι άγνωστος».
Η αντιπολίτευση και μη κυβερνητικές οργανώσεις επέκριναν τις τελευταίες εβδομάδας μια εντελώς άνιση προεκλογική εκστρατεία, στην οποία το κυβερνητικό μήνυμα κυριάρχησε στους δρόμους και στα ΜΜΕ. Η Τουρκία εξάλλου βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Περίπου 47.000 άνθρωποι έχουν συλληφθεί και 100.000 έχουν καθαιρεθεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα εξαιτίας των φερόμενων σχέσεών τους με τους πραξικοπηματίες του Ιουλίου.
Ενώ το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP), το οποίο εκφράζει την κουρδική μειονότητα, αναγκάστηκε να κάνει εκστρατεία με τους δύο συμπροέδρους του στη φυλακή, καθώς κατηγορούνται ότι συνδέονται με το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (PKK), την ένοπλη κουρδική αυτονομιστική οργάνωση που η Άγκυρα και οι δυτικοί σύμμαχοί της χαρακτηρίζουν «τρομοκρατική».
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ