Ο κίνδυνος φτώχειας που κατά το 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2004) ανερχόταν στο 19,6%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (στο 31,8% από 34,8%) μειώθηκε το 2018 (εισοδήματα 2017) σε σχέση με το προηγούμενο έτος το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται (3.348.500 άτομα από 3.701.800 άτομα).

Αυτό προκύπτει από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας, και ειδικότερα:

-Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 763.174 σε σύνολο 4.125.263 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.954.400 στο σύνολο των 10.542.856 ατόμων του πληθυσμού της χώρας.

-Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,7%, σημειώνοντας μείωση κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2017, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 19,8% και 11,6%, αντίστοιχα.

Γενικά, το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας σημείωσε μείωση το 2018 σε σχέση με το 2017 για διάφορες υποκατηγορίες του πληθυσμού, τόσο ως προς τους τύπους νοικοκυριών όσο και ως προς την κατηγοριοποίηση κατά φύλο και κατάσταση απασχόλησης, καθώς και την κατηγοριοποίηση κατά φύλο, ομάδες ηλικιών και ιδιοκτησιακό καθεστώς της κύριας κατοικίας, με τις σημαντικότερες διαφορές (μείωση) να σημειώνονται ως εξής:

-Κατά 4,1 ποσοστιαίες μονάδες (15,3%) για το ποσοστό του πληθυσμού με τρεις ή περισσότερους ενήλικες χωρίς εξαρτώμενα παιδιά.

-Κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες (20,4%) για το ποσοστό πληθυσμού ανδρών ηλικίας 18- 64 ετών που διαβιούν σε νοικοκυριά όπου ενοικιάζουν την κύρια κατοικία τους.

-Κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες (12,5%) για το ποσοστό των εργαζόμενων ανδρών.

Αναφορικά με την κατηγοριοποίηση του πληθυσμού ως προς το φύλο και την κατάσταση απασχόλησης, σημειώθηκε μείωση:

-κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες (24,6%) για τις μη οικονομικά ενεργές (εκτός συνταξιούχων) γυναίκες και

-κατά 1 ποσοστιαία μονάδα (24,7%) για τον λοιπό μη οικονομικά ενεργό (εκτός των συνταξιούχων) πληθυσμό.

Αναφορικά με την κατηγοριοποίηση του πληθυσμού ως προς το φύλο, τις ομάδες ηλικιών και το ιδιοκτησιακό καθεστώς κύριας κατοικίας καταγράφηκε μείωση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας από 0,7 έως 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, σε αρκετές περιπτώσεις και συγκεκριμένα για το σύνολο των ιδιοκτητών στις ηλικιακές ομάδες 60+ετών, 65+ετών, 75+ετών.

Τέλος, μείωση κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες (21,5%) παρουσιάζεται για την ομάδα ηλικιών 18- 64 ετών των ενοικιαστών και κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες (20,4%) για τους άνδρες ενοικιαστές της ίδιας ομάδας ηλικιών.

-Αναφορικά με τον τύπο νοικοκυριού, αύξηση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα (32,8%) παρουσιάζεται στο ποσοστό του κινδύνου φτώχειας μόνο για τα μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί.

Ο πληθυσμός ηλικίας 18- 64 ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, εκτιμάται ότι το 33% είναι Έλληνες και το 56,5% είναι αλλοδαποί που διαμένουν στην Ελλάδα.

Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 4.718 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 9.908 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 7.863 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εκτιμήθηκε σε 15.556 ευρώ.

Ο κίνδυνος φτώχειας που κατά το 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2004) ανερχόταν στο 19,6%, σημείωσε αυξητική πορεία έως το 2012 όπου εκτιμήθηκε στο 23,1%, ενώ άρχισε να μειώνεται από το 2014.

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 50,0% ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 23,2%. Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το κοινωνικό μέρισμα, το επίδομα μακροχρόνια ανέργων κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές.

Δεδομένου ότι το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 18,5%, διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 26,8 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 31,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο η ανάπτυξη ήταν στο 2,6% - «Τορπιλίζονται» οι τελευταίες κυβερνητικές προβλέψεις για ανάπτυξη 2,3% φέτος - Δυσκολεύουν οι συζητήσεις για το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού ύψους €1,9δισ. λόγω των παροχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ
Απογοητευτικά είναι τα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) για το 1ο τρίμηνο του 2019, καθώς δείχνουν ότι έκλεισε με αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) μόλις κατά 1,3%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο, καταγράφοντας περαιτέρω «φρενάρισμα» της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Είχε προηγηθεί επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,5% το 4ο τρίμηνο του 2018 από 2,1% το 3ο τρίμηνο. Ενδεικτικό είναι επίσης ότι το 1ο τρίμηνο της περυσινής χρονιάς είχε επιτευχθεί ανάπτυξη 2,6%, δηλαδή διπλάσια από αυτή που ανακοινώθηκε σήμερα, αλλά στο σύνολο του 2018 η ανάπτυξη συγκρατήθηκε στο 1,9%. Επομένως, διαφαίνεται πλέον μεγάλος κίνδυνος η ανάπτυξη να κινηθεί φέτος σε χαμηλότερα από τα περυσινά επίπεδα, εκτός εάν επιτευχθεί αναπτυξιακό άλμα τους επόμενους μήνες. Έτσι, «τορπιλίζονται» οι τελευταίες κυβερνητικές προβλέψεις (στο Πρόγραμμα Σταθερότητας τον Απρίλιο) για ανάπτυξη 2,3% φέτος. Επιπλέον, η επιβράδυνση της ανάπτυξης δυσχεραίνει τις συζητήσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού ύψους 1% του ΑΕΠ (1,85 δισ. ευρώ) που εντοπίζουν λόγω των παροχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και των ρυθμίσεων των 120 δόσεων.

Σε τριμηνιαία βάση, δηλαδή σε σύγκριση με το 4ο τρίμηνο του 2018, το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 0,2% το 1ο τρίμηνο του 2019.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,3% ήταν αποτέλεσμα των ακόλουθων μεταβολών:

- Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη παρουσίασε μείωση 0,1% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2018. Το γεγονός οφείλεται στη μεγάλη πτώση στην κατανάλωση της Γενικής κυβέρνησης (-4,1%), ενώ αυτή των νοικοκυριών κινείται ανοδικά (0,8%).

- Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 7,9% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2018.

- Αύξηση κατά 4% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 0,7% ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 8,7%.

- Αύξηση κατά 9,5% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 9,9% και οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 5,5%.

Σε τριμηνιαία βάση, οι μεταβολές που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ ήταν οι εξής:
- Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε κατά 0,1% σε σχέση με το 4o τρίμηνο του 2018.
- Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 8,1% σε σχέση με το 4o τρίμηνο του 2018.

- Μείωση κατά 2,1% σε σχέση με το 4o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 2,5% ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 2,2%.

- Αύξηση κατά 5% σε σχέση με το 4o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 5,4% ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 0,6%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι ετήσιες αγορές ανά νοικοκυριό σε είδη διατροφής ανέρχονταν σε 3.668,40 ευρώ
Το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) ολοκλήρωσε ανάλυση της αξίας μείωσης του αναλογούν ΦΠΑ στα προϊόντα που μετατάσσονται από συντελεστή ΦΠΑ 24% σε συντελεστή ΦΠΑ 13%, σύμφωνα με τον νόμο 4611/2019. Η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ και σε συνεντεύξεις με ειδικούς της αγοράς. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης των οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, οι ετήσιες αγορές ανά νοικοκυριό σε είδη διατροφής, μη αλκοολούχα ποτά και αλκοολούχα ποτά (σε όλα τα σημεία πώλησης) ανέρχονταν σε 3.668,40 ευρώ. Στην άσκηση θεωρητικής αντικατάστασης του ΦΠΑ 24% με ΦΠΑ 13% στα προϊόντα που ορίζει ο νόμος 4611/2019. Το ποσό αυτό μειώνεται σε 3.582,41 ευρώ, μείωση 85,99 ευρώ ή 2,34%.

Πρακτικά, τα συγκεκριμένα προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 26% των πωλήσεων του λιανεμπορίου τροφίμων (όλα τα σημεία πώλησης). Όσον αφορά το κανάλι του σούπερ μάρκετ, η συγκεκριμένη μείωση αφορά περίπου κατά μέσο όρο το 15% του αριθμού των ειδών (περίπου 7.500 κωδικοί προϊόντων), μεγέθη που διαφέρουν ανάλογα με την «γκάμα» προϊόντων που παρέχει κάθε κατάστημα. Οι σημαντικότερες εξοικονομήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά εκτιμάται ότι θα καταγραφούν στα αρτοσκευάσματα, στα αλλαντικά, στα δημητριακά και στα σνακ.

Αυτοί οι υπολογισμοί αφορούν το ιδεατό σενάριο της μείωσης των τιμών σε πλήρη αντιστοιχία με τη μείωση του ΦΠΑ, κάτι που όπως έχει ανακοινωθεί από τις μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ θα πραγματοποιηθεί, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί εξίσου από τη μικρή λιανική. Επίσης, οι υπολογισμοί υποθέτουν ότι δεν θα αλλάξουν οι καταναλωτικές συνήθειες, π.χ. δεν θα στραφεί ο καταναλωτής στα προϊόντα με μειωμένο ΦΠΑ αυξάνοντας τις πωλήσεις τους.

παραδείγματα, ΙΕΛΚΑ

Ο αυξημένος ΦΠΑ, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τον κλάδο του λιανεμπορίου τροφίμων και των προμηθευτών του. Η κυλιόμενη 6μηνιαία Έρευνα Τάσεων στο Λιανεμπόριο FMCG του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) καταγράφει τις απόψεις των στελεχών επιχειρήσεων του κλάδου για τα κύρια κλαδικά θέματα και προκλήσεις που διεξήχθη τον Ιανουάριο 2019, κατέγραφε τον υψηλό ΦΠΑ ως το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα για τον κλάδο σε ποσοστό 45%. 

Παρά τις αλλαγές, ο ΦΠΑ στην Ελλάδα παραμένει ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, σημαντικά υψηλότερος από την Αγγλία (0%) και τη Γαλλία (10% και 5,5%), την Ισπανία (10% και 4%), την Πορτογαλία (13% και 6%), αλλά και τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, όπου ο χαμηλός συντελεστής ΦΠΑ, είναι και χαμηλότερος του ελληνικού με 6%, 5,5%, 4% ή ακόμα και 0%. Σημειώνεται ότι η εισαγωγή ειδικών φόρων κατανάλωσης (π.χ. καφές) δεν είναι δυνατόν να συνυπολογιστεί στα παραπάνω στοιχεία.

Το «Εθνος της Κυριακής» παρουσιάζει την άκρως αποκαλυπτική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον τρόπο που ζουν, εργάζονται και δραστηριοποιούνται αγόρια και κορίτσια ηλικίας από 16 έως και ­34 ετών
Τέσσερις στους δέκα νέους ηλικίας µεταξύ 16 και 34 ετών στις µέρες µας χρωστούν σε δάνεια και πιστωτικές κάρτες, ενώ οι 15 στους 100 αυτές τις ηµέρες δεν διαθέτουν ικανοποιητική θέρµανση στο σπίτι τους. Παράλληλα το 36,2% των αγοριών και το 15,4% των κοριτσιών είναι υπέρβαρο.

Αυτά είναι µερικά µόνο από τα άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας που πραγµατοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή για τα χαρακτηριστικά της νεολαίας στις µέρες µας, τα σηµαντικότερα µέρη της οποίας σας παρουσιάζουµε σήµερα. Οι ενότητες είναι αρκετές και κάποιες µετρήσεις είναι αν µη τι άλλο εντυπωσιακές.

Για παράδειγµα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το πιο δηµοφιλές ανδρικό όνοµα στις νεαρές ηλικίες είναι το «Γιώργος», καθώς το διαθέτει το 8,8% και στις γυναίκες το «Μαρία» µε ποσοστό 8,3%. Την ίδια ώρα τα αγόρια παντρεύονται πλέον στην ηλικία των 33,2 ετών κατά µέσο όρο και τα κορίτσια στα 30,1, σε αντίθεση µε το παρελθόν που χόρευαν τον χορό του Ησαΐα πολύ πιο µικροί, ενώ τώρα χωρίζουν και ευκολότερα. Το δε πρώτο παιδί έρχεται στη ζωή όταν η µητέρα φθάσει τα  30,3 έτη, ενώ το 
1998 γεννούσαν για πρώτη φορά στα  26 τους.

Αναφορικά µε τον τοµέα της εργασίας, οι περισσότεροι επιλέγουν να βρουν δουλειά µέσω γνωστών και φίλων, στον τοµέα της κατάρτισης οι περισσότεροι γνωρίζουν τουλάχιστον µία ξένη γλώσσα, ενώ περνούν κατά µέσο όρο περίπου 8,5 ώρες το 24ωρο στο κρεβάτι τους, συµπεριλαµβανοµένου και του χουζουρέµατος.

«Η έρευνά µας υπό τον τίτλο “Οι νέοι στην Ελλάδα” είναι αποτέλεσµα συλλογικής εργασίας των στελεχών της ΕΛΣΤΑΤ, που έκαναν την επιλογή των στοιχείων, τη µορφοποίηση και την παρουσίασή τους µε τρόπο εύληπτο και παραστατικό» δηλώνει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Στατιστικής Αρχής της χώρας µας κ. Αθανάσιος Θανόπουλος, ευχόµενος τα όσα προκύπτουν «να συµβάλουν στη διαµόρφωση ενός καλύτερου µέλλοντος το οποίο περιµένουµε από τους νέους µας».

Δάνεια και κάρτες

Ένα από τα τµήµατα της µέτρησης που διενήργησαν τα µέλη της ΕΛΣΤΑΤ και θα πρέπει να µας προβληµατίσει είναι αυτό που αφορά τις δυσκολίες και τις στερήσεις που αντιµετωπίζουν οι νέοι στις µέρες µας. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το 41,1% των ατόµων ηλικίας από 16 έως και 34 ετών πληρώνει δάνεια και πιστωτικές κάρτες, ενώ το 15,7% δεν διατρέφεται πλήρως αφού αδυνατεί να έχει στο πιάτο του τουλάχιστον κάθε δεύτερη µέρα ψάρι, κοτόπουλο ή κόκκινο κρέας.

Επίσης οι περισσότεροι από τους µισούς (και συγκεκριµένα το 51,7%) πηγαίνει διακοπές µέχρι και µία εβδοµάδα τον χρόνο, ενώ το 55,6% καλείται να πληρώσει έκτακτες ανάγκες που προκύπτουν. Και δεν είναι µόνο αυτά.

Ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό της τάξης του 37,4% πληρώνει µηνιαίως νοίκι αλλά το  27,4% δεν διαθέτει ικανοποιητική θέρµανση, ανεξάρτητα από το αν µένει σε δικό του σπίτι ή στο σπίτι των γονιών του. Συν τοις άλλοις το 48,8% δεν έχει χρήµατα για να ασχοληθεί µε ένα χόµπι (π.χ. να πάει για χορό ή στο κολυµβητήριο) και το     32,2% στερείται δραστηριότητες αναψυχής, πάλι λόγω κόστους.

pic1.jpg

Πρωτιά στο Καστελόριζο

Ένα από τα εντυπωσιακότερα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ είναι αυτό που αφορά τους δήµους της χώρας όπου βρίσκονται οι περισσότεροι και οι λιγότεροι νέοι ηλικίας έως και 34 ετών. Ο δήµος λοιπόν που έχει την περισσότερη νεολαία είναι της Μεγίστης! Στο ακριτικό Καστελόριζο, στην εσχατιά της επικράτειας, το 53,3 % του πληθυσµού απαρτίζεται από νεαρά παιδιά. Το ποσοστό είναι εντυπωσιακό και είναι ακριβώς ίδιο µε αυτό του ∆ήµου Ασπροπύργου. Ακολουθούν ο ∆ήµος Ρεθύµνου µε ποσοστό 50,4%, Φυλής (µε 50,3%), Ξάνθης (µε 48,9%) και Κω µε ποσοστό 48,6%.

Στον αντίποδα, γερασµένος είναι ο πληθυσµός στον ∆ήµο Κεντρικών Τζουµέρκων, εάν σκεφτεί κανείς ότι στην κατά τα άλλα γραφική περιοχή της Ηπείρου οι νέοι ηλικίας από 0 έως και 34 ετών µόλις και µετά βίας φθάνουν το 18,5%. Πολύ κοντά ακολουθεί ο ∆ήµος Κιµώλου, αφού στο κυκλαδίτικο νησί και στις γύρω περιοχές που απαρτίζουν τη συγκεκριµένη αυτοδιοικητική µονάδα το ποσοστό ίσα που αγγίζει το 18,8%, όσους δηλαδή βρίσκουµε και στον ∆ήµο Αργιθέας που βρίσκεται στο δυτικό τµήµα της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Στην τέταρτη θέση βρίσκουµε τον ∆ήµο Λίµνης Πλαστήρα, επίσης στη Θεσσαλία δηλαδή, µε ποσοστό νέων της τάξης του  22,6%, και τους πρώτους έξι δήµους µε τον λιγότερο νεαρόκοσµο κλείνουν αυτός της Γορτυνίας, λίγο πιο έξω από την Τρίπολη (ποσοστό νέων 23,2%), και Γεωργίου Καραϊσκάκη που ανήκει στην περιφερειακή ενότητα Αρτας, µε ποσοστό  23,5%.

pic2.jpg

Πότε φεύγουν από το σπίτι

Στις µέρες µας οι νέοι το πολυσκέφτονται µέχρι να παντρευτούν, συνυπολογίζοντας προφανώς και τα οικονοµικά βάρη που επωµίζονται δηµιουργώντας δική τους οικογένεια.

Σύµφωνα µε τα τελευταία επεξεργασµένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο άνδρας παντρεύεται στην ηλικία των 33,2 ετών ενώ η γυναίκα στα 30,1. Η διαφορά είναι τεράστια σε σύγκριση µε αντίστοιχα στοιχεία του 1975 που ο άνδρας παντρευόταν στα 28 ενώ οι γυναίκες στα... 22,8 έτη.

Προφανώς οι επίδοξες νύφες εκείνα τα χρόνια ήταν λιγότερο ανεξάρτητες σε σχέση µε τις µέρες µας και δεν κοίταζαν την καριέρα, ενώ εάν πάµε ακόµη πιο πίσω θα παρατηρήσουµε ότι η µέση ηλικία γάµου έπεφτε ακόµη περισσότερο. Κατόπιν αυτών δεν θα περίµενε κανείς να µην έχει αυξηθεί και η µέση ηλικία της µητέρας κατά τον πρώτο τοκετό.

Το πρώτο παιδί έρχεται πλέον στη ζωή όταν η µητέρα βρίσκεται στην ηλικία των ­30,3­ ετών (που σηµαίνει πως αρκετές κάνουν παιδί και σε ακόµη µεγαλύτερη, αφού αυτή είναι η µέση ηλικία της µάνας), ενώ το 1998 γεννούσαν στα 26 τους. Υπάρχει δηλαδή µια αύξηση της τάξης του 16,5%.

Εάν τώρα αναρωτιέστε πόσα παιδιά κάνει κάθε οικογένεια, η απάντηση καταδεικνύει και την υπογονιµότητα που µαστίζει τον τόπο µας. Στις µέρες µας ο µέσος όρος ζώντων παιδιών που θα γεννήσει µια µητέρα είναι τα 1,4 όταν το 1975 ήταν 2,3­ παιδιά.

Έχοντας ως γνώµονα τα παραπάνω στοιχεία, είναι φυσικό να έχει µειωθεί και ο αριθµός των γάµων που τελούν τα νεαρά ζευγάρια, αφού το 1975 είχαν χορέψει τον χορό του Ησαΐα 76.452 ζευγάρια, ενώ σήµερα (µιλώντας πλέον για θρησκευτικό και πολιτικό γάµο) µόλις 50.138, δηλαδή είχαµε µια µείωση της τάξης του 34,4%.

Την ίδια ώρα καταγράφεται και µια ιλιγγιώδης αύξηση των διαζυγίων. Το έτος 1975 είχαν εκδοθεί 3.726 οριστικές αποφάσεις χωρισµού ενώ 41 χρόνια αργότερα ο αριθµός έφθασε τις 11.013 τουτέστιν µια διόγκωση της τάξης του195,8%.

Αφού οι νέοι αργούν να κάνουν οικογένεια σε σχέση µε όσα συνέβαιναν 40 χρόνια νωρίτερα, είναι επόµενο να αποχωρούν και σε µεγαλύτερη ηλικία από το σπίτι. Παλιά µια γυναίκα λίγο µετά τα 20‚ παντρευόταν και έφευγε από το σπίτι. Σήµερα αφήνει το σπίτι στην ηλικία των 27,8 ετών ενώ ο άνδρας στα ­30,4 κάτι που οφείλεται τόσο σε οικονοµικούς λόγους όσο και στο γεγονός ότι οι οικογένειες στην Ελλάδα είναι περισσότερο δεµένες (και άρα λιγότερο ανεξάρτητα τα µέλη τους) σε σχέση µε άλλες χώρες που µόλις ενηλικιώνεται το παιδί αρχίζει να αποµακρύνεται από τους γονείς και να κάνει προσπάθειες να σταθεί µόνο του στις δυσκολίες της ζωής. 

pic3.jpg

Μειώνεται η ανεργία

Ανέκαθεν η ανεργία ήταν ένας από τους βασικούς δείκτες που κατέγραφε η Ελληνική Στατιστική Αρχή και δεν θα µπορούσε να λείψει και από τη συγκεκριµένη έρευνα που δείχνει µε τον πιο γλαφυρό τρόπο ότι µπορεί να είναι πολύ υψηλή, αλλά έχει µια συνεχώς µειούµενη τάση. Έτσι, το έτος 2013­ η ανεργία των νέων ηλικίας από 15 έως 24 ετών ήταν της τάξης του 40,4%, για να πέσει το 2014 στο ­38,3%, το 2015 στο ­35,3%, το 2016 στο 33,2% και το 2017 στο ­30,3­%. Την ίδια ώρα αυξάνονται οι απασχολούµενοι στην ίδια ηλικιακή οµάδα, αλλά µε µικρότερη, είναι η αλήθεια, τάση.

Όσον αφορά τα φύλα, η ανεργία χτυπά περισσότερο τις νεαρές (ποσοστό ­35,6 %) σε σχέση µε τους νεαρούς (25,9%), ενώ ένα ακόµη ενδιαφέρον στοιχείο είναι αυτό που αφορά τον τρόπο εύρεσης εργασίας. Η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει δουλειά µέσω συγγενών, φίλων και γνωστών σε ποσοστό 39,9%.

Ο δεύτερος δηµοφιλέστερος τρόπος είναι µέσω απευθείας επαφής µε τον εργοδότη (ποσοστό 18 %) και ακολουθεί το ψάξιµο στις µικρές αγγελίες (14,5 %), οι πάροχοι εκπαίδευσης και κατάρτισης (5,1%) και µόλις το 2,4% απευθύνεται στον ΟΑΕ∆, εκτιµώντας προφανώς ότι δεν θα έχουν και ιδιαίτερη τύχη µέσω του οργανισµού.

Στην ερώτηση εάν θα άλλαζαν τόπο κατοικίας για να αρχίσουν να εργάζονται όσοι νέοι δεν έχουν δουλειά, το ­38% απάντησε ότι δεν θα έφευγε από το µέρος όπου ζει, ενώ το 28,6% θα δεχόταν αρκεί η εργασία να ήταν εντός Ελλάδας.

Ένα ποσοστό της τάξης του 15,6% δεν θα είχε πρόβληµα εάν η εργασία βρισκόταν εντός Ελλάδας ή και χώρας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το 9,9% δήλωσε οπουδήποτε, τουτέστιν είτε σε χώρα της ΕΕ είτε σε κάποια τρίτη.

Τέλος, όσον αφορά τις περιφέρειες της επικράτειας, την πρωτιά στην ανεργία φέρει η ∆υτική Μακεδονία (µε ποσοστό 44,1%) και ακολουθούν η Ηπειρος (­39,5%), η ∆υτική Ελλάδα (­36,8%) και το Βόρειο Αιγαίο (­34,5%), ενώ στον αντίποδα η περιοχή µε τους λιγότερους άνεργους είναι το Νότιο Αιγαίο (23%), η Κρήτη (25,7%) και τα Ιόνια Νησιά (€26,2%), προφανώς γιατί σε αυτά τα µέρη υπάρχει αρκετή δουλειά στον τριτογενή τοµέα και δη σε εκείνον του τουρισµού. 

Σπίτι χωρίς... Γιώργο προκοπή δεν κάνει

Μία από τις παράδοξες ενότητες της έρευνας που διενήργησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή είναι αυτή που αφορά τα ονόµατα που δίνονται στα παιδιά σήµερα.

Όσον αφορά τα αγόρια, το πιο διαδεδοµένο όνοµα είναι «Γιώργος» και µάλιστα µε διαφορά από τα υπόλοιπα, καθώς το διαθέτει το ­,8,8% των νεαρών. Παρά το γεγονός ότι ο θυµόσοφος λαός αναφέρει ότι «σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει», το συγκεκριµένο όνοµα διαθέτει το 6,5% των αγοριών στις µέρες µας, ενώ στην τρίτη θέση και µάλιστα µε πάρα πολύ µικρή διαφορά ακολουθεί ο «∆ηµήτρης» µε ποσοστό 6,4% και αµέσως µετά ο «Κώστας» µε 6% και ο «Νίκος» µε 5,7%.

Στα κορίτσια το πιο κοινό όνοµα είναι το «Μαρία» µε όλα τα υποκοριστικά του σε ποσοστό ­8,3%. Μάλιστα η περιοχή που έχει τις περισσότερες Μαρίες είναι η Κρήτη, αφού αναφέρεται στην αστυνοµική ταυτότητα των 13 στα 100 κορίτσια. ∆εύτερο κατά σειρά έρχεται το «Ελένη» µε 5,2% και έπονται το «Κατερίνα» (µε 3,7%), το «Βασιλική» (3,2%) και το «Σοφία» µε ποσοστό 2,3%.

Του Γιώργου Φιντικάκη
Την εικόνα μιας οικονομίας με αναιμική κατανάλωση, η οποία δεν προσελκύει επενδύσεις, επιβεβαιώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την ανάπτυξη του β’ τριμήνου.
Αν και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,8% σε σχέση με το ίδιο διάστημα πέρυσι, εντούτοις αυτό προήλθε από αύξηση των εξαγωγών σε συνδυασμό με μείωση των εισαγωγών, και όχι από την κατανάλωση, και κυρίως τις επενδύσεις, που είναι και το ζητούμενο.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), κατά το 2ο τρίμηνο 2018, σε σχέση με το 1ο τρίμηνο, παρουσίασε αύξηση κατά 0,2%.
Τα σημερινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν κατά τον καλύτερο τρόπο αυτή τη μεικτή εικόνα. Οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 5,4% το δεύτερο τρίμηνο του έτους σε σχέση με το ίδιο διάστημα πέρυσι, ενώ παρουσίασαν μηδενική μεταβολή έναντι του πρώτου τριμήνου του 2018.
Και η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε καθηλωμένη, σημειώνοντας αύξηση μόλις 0,8%, έναντι της ίδιας περιόδου του 2017 και 0,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο.
Θυμίζουμε ότι το πρώτο πάντως τρίμηνο ήταν απογοητευτικό για την πορεία των επενδύσεων. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είχαν παρουσιάσει μείωση κατά 28,1% σε σχέση με το 4o τρίμηνο του 2017.
Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,9% σε σχέση με το 1o τρίμηνο, ενώ ενισχύθηκαν κατά 9,4% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2017.
Το ερώτημα επομένως είναι για ποια ανάπτυξη μιλάμε: Για μια ανάπτυξη βιώσιμη και με δυναμική, επειδή στηρίζεται σε συνεχή προσέλκυση ελληνικών και ξένων επενδύσεων ή για μια ανάπτυξη που βασίζεται μόνο στον τουρισμό και τις εξαγωγές, δηλαδή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές περιβάλλον, και κυρίως αυτό της Ευρωζώνης. Το τελευταίο επιδεινώνεται διαρκώς, καθώς το φθηνό χρήμα τελειώνει, αλλά και εξαιτίας Ιταλίας όπως και των απειλών για εμπορικό πόλεμο από την κυβέρνηση Τραμπ, γεγονός που σημαίνει ότι η επίπτωση στο ελληνικό ΑΕΠ θα είναι άμεση.
Είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει τα νούμερα για την πορεία της ανάπτυξης, ενόψει των δύσκολων διαπραγματεύσεων με τους δανειστές. Στόχος στις 10 Σεπτεμβρίου, οπότε και επιστρέφουν οι θεσμοί στην Αθήνα, να υποστηρίξει κατά τις διαπραγματεύσεις, ότι το πλεόνασμα θα κινηθεί με χαρακτηριστική άνεση πάνω από το 4% του ΑΕΠ, τόσο το 2018 όσο και το 2019.
Σε αυτή την περίπτωση, δημιουργείται ένα δημοσιονομικό περιθώριο της τάξεως των 900 εκατ. ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η καταβολή έκτακτου μερίσματος μέσα στον Δεκέμβριο.
Στο ίδιο μοτίβο, το οικονομικό επιτελείο θα επιχειρηματολογήσει ότι αντίστοιχος δημοσιονομικός χώρος, της τάξεως των 800-900 εκατ. ευρώ, δημιουργείται και για το 2019, επομένως μπορεί να χρηματοδοτήσει το περίφημο «κοινωνικό πακέτο», με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, που δεν θα εφαρμοστούν δηλαδή μόνο του χρόνου.
Σε αυτή τη λογική κινούνται οι καθημερινές δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών –κάτι αντίστοιχο αναμένεται να κάνει και ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ - αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο, κατά πόσο οι… ευσεβείς αυτοί πόθοι, μπορούν να γίνουν και πραγματικότητα. Τρεις λόγοι συνηγορούν σε αυτό.
Το ένα στοιχείο, αφορά στην ελληνική θέση ότι η μείωση των συντάξεων δεν συνιστά συμφωνημένη μεταρρύθμιση.
Εκτός του ότι αυτή η θέση, συναντά την έντονη αντίδραση του ΔΝΤ, δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι εκφράζει και (όλους) τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ πρόσφατα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς, έκανε σαφή την αντίθεση της Γερμανίας, λέγοντας ότι «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται».
Η αμφιβολία για το πλεόνασμα
Τέλος, το τρίτο στοιχείο αφορά στην προέλευση του πλεονάσματος. Η ελληνική «γραμμή» στηρίζεται στην άποψη ότι το πρωτογενές πλεόνασμα έχει παραχθεί από μόνιμες πηγές, επομένως δεν έχει επηρεαστεί θετικά από παράγοντες που θα πάψουν να υπάρχουν στο μέλλον, ανατρέποντας την κατάσταση προς το χειρότερο.
Η θεώρηση αυτή είναι υπεραισιόδοξη. Το πρωτογενές πλεόνασμα, έχει βοηθηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα συνεχή «ψαλίδια» στις δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς και από τα έσοδα από φόρους παρελθόντων ετών.
Μόνο η οικειοθελής αποκάλυψη εισοδημάτων, βοήθησε το πρωτογενές πλεόνασμα με περισσότερα από 750 εκατομμύρια ευρώ. Το μέτρο όμως αυτό εφαρμόσθηκε μια φορά, και πλέον έχει πάψει να υπάρχει. liberal.gr

ferriesingreece2

kalimnos

sportpanic03

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot