Μείωση από 0,45 έως και 1,4 εκατ. σε απόλυτες τιμές αναμένεται για τα επόμενα 20 χρόνια - Τα φυσικά ισοζύγια (γεννήσεις - θάνατοι) αναμένεται να είναι αρνητικά για τα επόμενα 35 χρόνια
Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις για τη δημογραφική εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού σύμφωνα με όσα διατυπώνει σε σχετική του μελέτη ο καθηγητής Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βύρωνας Κοτζαμάνης, ο οποίος μίλησε στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ο κ. Κοτζαμάνης, θεωρεί δεδομένη τη μείωση του πληθυσμού στις επόμενες δεκαετίες και προβλέπει ότι στην Ελλάδα μετά από 35 έτη θα κατοικούν από 10,4 εκατομμύρια έως 9,5 εκατομμύρια άνθρωποι, ενώ η δημογραφική γήρανση θα είναι διαρκώς αυξανόμενη, καθώς το φαινόμενο όχι μόνο δε ανακόπτεται αλλά θα βαίνει αυξανόμενο με την πάροδο των ετών.

«Η συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού που καταγράφεται σε όλα τα σενάρια και η συνεχιζόμενη γήρανσή του προφανώς αναμένεται να έχουν άμεση επίπτωση και στον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας ο οποίος φθίνει συνεχώς», θα πει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων.

Ακολουθεί πλήρες κείμενο της συνέντευξης του καθηγητή Βύρωνα Κοτζαμάνη στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον δημοσιογράφο Αποστόλη Ζώη

Πώς θα εξελιχθεί ο πληθυσμός της χώρας τις επόμενες δεκαετίες; Θα υπάρχει μείωση και σε ποιο βαθμό;

Η μείωση του συνολικού μόνιμου πληθυσμού της Ελλάδας την επόμενη τριακονταπενταετία αναμένεται να είναι - ανεξαρτήτως σεναρίων- συνεχής, αν και με διαφοροποιημένους, ανά σενάριο και περίοδο, ρυθμούς. Ειδικότερα, στο τέλος της επόμενης εικοσαετίας (2035) ο πληθυσμός μας θα κυμανθεί, αναλόγως των υιοθετούμενων σεναρίων από 10,4 (μέγιστο, το ευνοϊκότατο σενάριο) έως 9,5 εκατ. (ελάχιστο) έναντι 10,9 εκατ. το 2015, ήτοι μείωση από 0,45 έως και 1,4 εκατ. σε απόλυτες τιμές (και σε ποσοστά κατά 4,1 -12,4% σε σχέση με το 2015). Το 2050 ο πληθυσμός μας θα κυμανθεί, αναλόγως πάντοτε των σεναρίων από 10,0 (μέγιστο) έως 8,3 εκατ. (ελάχιστο) έναντι 10,9 εκατομ. το 2015, ήτοι μείωση σε απόλυτες τιμές από 0,9 έως και 2,4 εκατ. (7,5 έως 23,5 % σε σχέση με το 2015). Τα φυσικά ισοζύγια (γεννήσεις - θάνατοι) ανεξαρτήτως σεναρίων αναμένεται να είναι - αν και με διακυμάνσεις - αρνητικά την επόμενη τριακονταπενταετία, καθώς οι θάνατοι θα είναι σταθερά περισσότεροι από τις γεννήσεις, τα δε μεταναστευτικά ισοζύγια (είσοδοι-έξοδοι) από αρνητικά θα μετατραπούν πιθανότατα σε ελαφρώς θετικά μετά το 2025. Παρόλη όμως αυτή την αλλαγή του προσήμου τους στα τέλη της επόμενης δεκαετίας, το τελικό αποτέλεσμα της ζυγαριάς θα είναι αρνητικό, με αποτέλεσμα την μείωση του πληθυσμού μας.

Σημαντικές αλλαγές αναμένονται και στην κατανομή του πληθυσμού μας ανά ηλικία;

Εκτός από την μείωση του συνολικού πληθυσμού, σημαντικές αλλαγές αναμένονται και στην κατανομή του ανά ηλικία. Ειδικότερα, η μέση ηλικία από 43,45 έτη το 2015 αναμένεται να αυξηθεί το 2035 κατά 3,6 έως 4,5 έτη, και το 2050 από 3,7 έως 5,5 έτη. Μεγαλύτερη παράλληλα αύξηση θα έχει η διάμεσος ηλικία (η ηλικία δηλ. που χωρίζει τον πληθυσμό μας σε δυο ισοπληθή τμήματα) καθώς από 44 σχεδόν έτη το 2015 θα αυξηθεί κατά 5,5 έως 7,1 έτη το 2050. Έτσι, το 2035 το ποσοστό των > 65 ετών και των >85 ετών στον συνολικό πληθυσμό (21% και 2,8% το 2015) αναμένεται να κυμανθεί από 27,9% -27,2% για τους πρώτους και από 4,1%- 4,5% για τους δεύτερους, ενώ τα ποσοστά των νέων (0-14 ετών και 0-18 ετών) από 11,0% έως 12,4% για τους πρώτους και 15,8% - 14,2% για τους δεύτερους αντίστοιχα. Το δε 2050 το ποσοστό των > 65 ετών και των >85 ετών στον συνολικό πάντοτε πληθυσμό (21,0 και 2,8% το 2015) αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο (33,1% -30,3% για τους πρώτους και 6,5%-4,9% για τους δεύτερους), ενώ τα ποσοστά των νέων (0-14 ετών ή ακόμη των 0-18 ετών), πάντα αναλόγως των σεναρίων θα κυμανθούν από 14,8% έως 12,0% για τους πρώτους και 19% - 15,4% για τους δεύτερους αντίστοιχα.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στο πλαίσιο αυτό και η ταχύτερη αύξηση των ατόμων ηλικίας 85+ (των «υπερηλίκων») σε σχέση με αυτήν των 65 ετών και άνω Το πλήθος των 85+ που δεκαπλασιάσθηκε σχεδόν ανάμεσα στο 1951 και το 2015, αναμένεται εκ νέου να παρουσιάσει μια σημαντική αύξηση την επόμενη τριακονταπενταετία (κατά +106 έως +45,6% αναλόγως των σεναρίων). Θα υπάρξει επομένως μια σημαντική γήρανση όχι μόνον του συνολικού πληθυσμού, αλλά και των 65+ ετών (δηλαδή “μια γήρανση μέσα στην γήρανση”).

Δηλαδή, η δημογραφική γήρανση δεν ανακόπτεται αλλά οι ρυθμοί της επιταχύνονται;

Η δημογραφική γήρανση όχι μόνον δεν ανακόπτεται, αλλά οι ρυθμοί της αναμένεται να επιταχυνθούν την επόμενη τριακονταπενταετία. Έτσι, ενώ το ποσοστό των 65+ ετών αυξήθηκε από 13% το 1980 στο 21% το 2015 (+8% σε μια τριακονταπενατετία), αναμένεται να αυξηθεί εκ νέου, ανάλογα με τα σενάρια κατά 6,5 - 7,0% ανάμεσα στο 2015 και το 2035 και κατά 9,5- 12,5% ανάμεσα στο 2015 και το 2050. Η αύξηση αυτή οφείλεται, κυρίως, σε όλα τα σενάρια, στην προοδευτική είσοδο τα επόμενα 35 έτη στην ηλικιακή ομάδα των 65 ετών και άνω, αφενός μεν των Ελλήνων που ανήκουν στις πολυπληθείς σχετικά γενεές της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (1950-1980, 150 χιλ. γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο), αφετέρου δε των αλλοδαπών εκείνων που εγκαταστάθηκαν στην χώρα μας μετά το 1990 και θα παραμείνουν σε αυτήν, καθώς και αυτοί, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, έχουν γεννηθεί, την περίοδο 1965-1985.

Οφείλουμε τέλος να επισημάνουμε ότι οι αναμενόμενες μεταβολές των πληθυσμιακών δομών (ιδιαίτερα δε μέχρι το 2035) καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος και την δομή του πληθυσμού μας σήμερα (2015). Οι γυναίκες π.χ. που θα διανύσουν τις επόμενες δύο δεκαετίες ευρισκόμενες στις πλέον αναπαραγωγικές τους ηλικίες (25-40 ετών) έχουν ήδη γεννηθεί, γνωρίζουμε με ακρίβεια το πλήθος τους και κατ' επέκταση μπορούμε να εκτιμήσουμε -κάνοντας κάποιες υποθέσεις για την γονιμότητά τους - τις γεννήσεις τους. Γνωρίζουμε επίσης με σχετική ακρίβεια και το πλήθος των ατόμων τα οποία την περίοδο 2016-2035 θα βρεθούν σε ηλικίες υψηλής θνησιμότητας (το πλήθος δηλαδή των ατόμων που θα είναι άνω των 50 ετών) και επομένως δυνάμεθα να εκτιμήσουμε και τον αναμενόμενο συνολικό αριθμό θανάτων καθώς πάνω από το 90% των θανάτων ετησίως οφείλονται στα άτομα των ηλικιών αυτών. Η συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού που καταγράφεται σε όλα τα σενάρια και η συνεχιζόμενη γήρανσή του προφανώς αναμένεται να έχουν άμεση επίπτωση και στον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας ο οποίος φθίνει συνεχώς.

Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Ειδικότερα, από 7,0 εκατ. το 2015, οι 15-64 ετών αναμένεται το 2035 να κυμανθούν από 5,8 έως 6,3 εκατ., οι δε 20-69 ετών (7,1 εκατ. το 2015) στα αντίστοιχα σενάρια από 6,6 έως 6,1 εκατ. Στο τέλος δε της περιόδου των προβολών μας (2050) οι μεν 15-64 ετών θα κυμανθούν από 4,6 έως 5,5 εκατ., οι δε 20-69 ετών από 4,8 έως 5,7 εκατ. Κατ' επέκταση, ανεξαρτήτως σεναρίων, το πλήθος των ατόμων αυτών θα μειωθεί ενώ το ειδικό τους βάρος θα συρρικνωθεί. Ειδικότερα, το 2035 το ποσοστό των 15-64 στο συνολικό πληθυσμό (65% το 2015), θα κυμανθεί από 60,2 έως 61,4% και 15 χρόνια μετά (το 2050) από 54 έως 56,5%). Ταυτόχρονα, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η μείωση του πλήθους των ατόμων εργάσιμης ηλικίας στη διάρκεια της επόμενης τριακονταπενταετίας επιταχύνεται σε όλα τα σενάρια μετά το 2030.

Σε ποιους λόγους οφείλεται αυτή η επιτάχυνση;

Η επιτάχυνση αυτή οφείλεται κυρίως σε δυο λόγους: στην προοδευτική είσοδο στην ομάδα του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (του πληθυσμού δηλαδή 15-64 ετών ή ακόμη των 20-69 ετών) των ολιγοπληθών γενεών >2010 (των ατόμων δηλαδή που γεννήθηκαν και θα γεννηθούν μετά το 2010) και στην προοδευτική έξοδο από την ίδια μεγάλη ηλικιακή ομάδα των πολυπληθέστερων γενεών της περιόδου 1960-1975. Η απρόσκοπτη αυτή μείωση θα επηρεάσει προφανώς και τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό (4,7 εκατ. το 2015), ο οποίος πιθανότατα το 2035 θα υπολείπεται αυτού του 2015, αναλόγως των σεναρίων, κατά 0,5-1 εκατ., το δε 2050 κατά 1,1-1,7 εκατ. Οι προαναφερθείσες εξελίξεις είναι δυνατόν μερικώς και μόνον να αμβλυνθούν στην περίπτωση που τα ανά ηλικία ποσοστά συμμετοχής του πληθυσμού παραγωγικής - εργάσιμης ηλικίας στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό αυξηθούν. Οι αναμενόμενες μεταβολές τόσο του μεγέθους όσο και της κατανομής του συνολικού πληθυσμού μας ανά ηλικία και, προφανώς, η αναμενόμενη μείωση και του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας ενδιαφέρουν όλους μας ιδιαίτερα όμως όσους έχουν την ευθύνη διαμόρφωσης πολιτικών σε ευρύ φάσμα πεδίων, καθώς η μεταβλητή «πληθυσμός» δεν είναι πλέον δυνατόν να μην λαμβάνεται υπόψη στην χάραξη των πολιτικών αυτών.
protothema.gr

Το 2050 θα έχει 2 εκατ. λιγότερο πληθυσμό

Η χειρότερη σε όλη την Ευρώπη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους κάτι που έχει άμεσες επιπτώσεις στο συνταξιοδοτικό - Μειώνονται σταθερά οι γεννήσεις - Έχουμε τον χαμηλότερο δείκτη γονιμότητος

Συνεχώς φθίνουσα πορεία θα ακολουθήσει ο πληθυσμός της Ελλάδας έως τα μέσα του αιώνα μας, εξαιτίας των αρνητικών δημογραφικών εξελίξεων στη χώρα μας. Αυτό προβλέπει μια νέα μελέτη του Ινστιτούτου του Βερολίνου για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη, η οποία αναλύει γενικότερα το δημογραφικό μέλλον της Ευρώπης και αναδεικνύει ανάμικτες τάσεις, τόσο θετικές όσο και αρνητικές (για τη χώρα μας κυρίως αρνητικές).

Η μελέτη επισημαίνει ότι μεταξύ 2011-2016 η Ελλάδα έχασε σχεδόν το 3% του πληθυσμού της, μεταξύ άλλων λόγω της γέννησης λιγότερων παιδιών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Προβλέπει ότι από περίπου 10,8 εκατομμύρια το 2016, ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί στα 9,9 εκατομμύρια έως το 2030 και στα 8,9 εκατομμύρια έως το 2050, με συνέπεια να υποστεί μια πρόσθετη μείωση κατά περίπου 18%. Με δείκτη ολικής γονιμότητας 1,33 (ο προβλεπόμενος μέσος αριθμών παιδιών ανά γυναίκα), η Ελλάδα έχει σήμερα σχεδόν τη χαμηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η μελέτη επισημαίνει ότι εξαιτίας, κυρίως, του μικρού αριθμού παιδιών που γεννιούνται στη χώρα μας (περίπου 90.000 ετησίως), η Ελλάδα έχει πλέον έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, καθώς πάνω από το ένα πέμπτο των κατοίκων της (το 21%) είναι άνω των 65 ετών. Μόνον η Ιταλία στην Ευρώπη έχει υψηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων.
Οι Γερμανοί ερευνητές προβλέπουν ότι, με βάση τις έως τώρα δημογραφικές τάσεις, η Ελλάδα είναι πιθανό πως θα έχει τη χειρότερη σε όλη την Ευρώπη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους έως το 2050.

Κι εδώ το χάσμα Βορρά-Νότου

Σύμφωνα με την έκθεση, η Ευρώπη είναι δημογραφικά διαιρεμένη. Στο βορρά, στη δύση και στο κέντρο της ηπείρου υπάρχουν σχετικά υψηλοί δείκτες γονιμότητας και μετανάστευσης που διασφαλίζουν την ανάπτυξη των πληθυσμού στο προβλεπτό μέλλον. Αντίθετα, η νότια και η ανατολική Ευρώπη καταγράφουν επιταχυνόμενη γήρανση και απώλειες πληθυσμού.

Η Ευρώπη είναι στην κυριολεξία μια «γηραιά» ήπειρος, έχοντας πληθυσμό κατά μέσο όρο πιο γερασμένο από τις άλλες ηπείρους. Σήμερα στην Ευρώπη υπάρχουν περίπου 32 συνταξιούχοι για κάθε 100 εργαζόμενους 20 έως 64 ετών, δηλαδή περίπου τρεις εργαζόμενοι αντιστοιχούν σε ένα συνταξιούχο. Αυτή η αναλογία προβλέπεται να πέσει όμως σε δύο εργαζόμενους ανά συνταξιούχο έως τα μέσα του 21ού αιώνα.

Η μελέτη εκτιμά ότι έως το 2050 η υψηλότερη μέση ηλικία του πληθυσμού, μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, θα υπάρχει στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, δύο χώρες που επίσης θα γνωρίσουν και συρρίκνωση του πληθυσμού τους, εκτός από τη γήρανση. Όπως επισημαίνεται, η μόνιμη εγκατάσταση και η επιτυχής ενσωμάτωση περισσότερων μεταναστών μπορεί να αποτελέσει αντίβαρο σε αυτές τις δύο αρνητικές τάσεις. Οι ερευνητές προτείνουν ακόμη μέτρα στήριξης των γεννήσεων και των εργαζομένων μητέρων, καθώς επίσης κρατικές πολιτικές γενικότερα που να διευκολύνουν τους γονείς να συνδυάζουν τη δουλειά με την οικογένεια.

Τονίζεται ότι ουσιαστικά σήμερα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες οι γυναίκες αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα απαιτούνται για να μείνει σταθερός ο πληθυσμός τους χωρίς τη βοήθεια των μεταναστών. Για να συμβεί μια τέτοια σταθεροποίηση, χρειάζεται ένας δείκτης γονιμότητας περίπου 2,3 παιδιών ανά γυναίκα, αλλά σήμερα ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 κρατών μελών είναι μόνο 1,58 παιδιά ανά γυναίκα.

Αν οι Ευρωπαίες συνεχίσουν να γεννούν κατά μέσο όρο περίπου 1,5 παιδιά σε βάθος χρόνου, τότε ο πληθυσμός της Ευρώπης θα μειωνόταν στο μισό μέσα στα επόμενα 65 χρόνια, εφόσον όμως υπήρχε μηδενική μετανάστευση και αμετάβλητο προσδόκιμο ζωής. Επειδή όμως καμία από αυτές τις δύο τελευταίες υποθέσεις δεν είναι ρεαλιστική, οι γερμανοί δημογράφοι θεωρούν ότι, για να σταθεροποιηθεί ο ευρωπαϊκός πληθυσμός, αρκεί ένας μέσος δείκτης γονιμότητας 1,6 έως 1,8 παιδιών ανά γυναίκα, κάτι που δεν απέχει πολύ από τον τωρινό δείκτη (1,58).

Στην κορυφή της ευρωπαϊκής γονιμότητας σήμερα βρίσκεται η Γαλλία με δείκτη γέννησης σχεδόν δύο παιδιών (1,96) ανά γυναίκα. Η Ιρλανδία, η Βρετανία, η Σουηδία και η Δανία έχουν επίσης σχετικά υψηλό δείκτη γονιμότητας. Αντίθετα, η εικόνα είναι τελείως διαφορετική στο Νότο, καθώς Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Κύπρος έχουν το χαμηλότερο δείκτη γονιμότητας, γύρω στα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα. Η διαίρεση αυτή της Ευρώπης δεν έχει αλλάξει εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Και λιγότεροι και πιο γέροι

Η μελέτη επισημαίνει ότι ειδικά ο ευρωπαϊκός Νότος συνδυάζει την πληθυσμιακή συρρίκνωση και την πληθυσμιακή γήρανση. Σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, ολοένα περισσότεροι εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας για να βγουν στη σύνταξη, από ό,τι νέοι άνθρωποι εισέρχονται στην αγορά εργασίας ως εργαζόμενοι.

Στις χώρες με χαμηλό δείκτη γονιμότητας όπως η Ελλάδα, αυτή η διαδικασία και το άνοιγμα της «ψαλίδας» εργαζομένων-συνταξιούχων συμβαίνει πιο γρήγορα από ό,τι σε βορειότερες χώρες. Γι' αυτό, κατά την μελέτη, οι νότιες χώρες στο μέλλον θα έχουν μεγαλύτερες δυσκολίες να χρηματοδοτήσουν τα συνταξιοδοτικά συστήματα και να διατηρήσουν το τωρινό επίπεδο των κοινωνικών παροχών τους. Η μελέτη εκτιμά ότι -με εξαίρεση το Λουξεμβούργο- σε όλες τις άλλες χώρες οι συντάξεις θα υποστούν μείωση στο μέλλον σε σχέση με τους μισθούς. Αυτό θα έχει συνέπεια να αυξηθεί ο κίνδυνος φτώχειας για τους ηλικιωμένους.

Οι Γερμανοί ερευνητές επισημαίνουν ότι οι βόρειες σκανδιναβικές χώρες όπως η Σουηδία και η Φινλανδία ήσαν οι πρώτες όπου πριν μερικές δεκαετίες ο δείκτης γονιμότητας στην Ευρώπη έπεσε κάτω από τα δύο παιδιά ανά γυναίκα. Σήμερα όμως είναι οι ίδιες χώρες που έχουν αναστρέψει την τάση γεννήσεων λιγότερων παιδιών και έχουν πλέον ικανοποιητικά επίπεδα γονιμότητας - πρόκειται για μία «επιστροφή στα παλιά» που δεν έχουν (ακόμη τουλάχιστον) καταφέρει οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Μια σειρά κοινωνικών, οικονομικών και ψυχολογικών παραγόντων συνδυάζονται και ωθούν τα ζευγάρια ιδίως του Νότου να μην κάνουν τόσα παιδιά όσο στο παρελθόν: μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα, επιθυμία προσωπικής ελευθερίας, επιδίωξη επαγγελματικής καριέρας, υψηλά ποσοστά διαζυγίων, σχετική απομυθοποίηση του γάμου και της οικογένειας κ.α.

Η Ιταλία είναι η χώρα στην Ευρώπη όπου οι γυναίκες έχουν την μεγαλύτερη μέση ηλικία, όταν κάνουν το πρώτο παιδί τους: σχεδόν στα 31 τους. Σε χώρες όπως η Ισπανία ελάχιστα νεαρά ζευγάρια έχουν την οικονομική δυνατότητα να στήσουν το δικό τους νοικοκυριό και να κάνουν παιδί πριν την ηλικία των 30 ετών. Και όσο καθυστερεί η δημιουργία οικογένειας, τόσο μειώνεται ο αριθμός των παιδιών που θα γεννήσει μια γυναίκα και κατά συνέπεια ο πληθυσμός μιας χώρας.

Η συνεισφορά των μεταναστών

Η μελέτη αναφέρει ότι μέχρι στιγμής σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία οι μετανάστες δεν έχουν αυξήσει σημαντικά τον πληθυσμό, έχοντας συμβάλει το πολύ κατά 0,1% στους εθνικούς δείκτες γονιμότητας. Όμως, αν ο αριθμός τους αυξηθεί στο μέλλον και με δεδομένο ότι γεννάνε συνήθως περισσότερα παιδιά, η συμβολή τους αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια τόσο στην αύξηση του πληθυσμού όσο και στη συγκράτηση της γήρανσης.

Με βάση τις αναλύσεις της Eurostat, εκτιμάται ότι τουλάχιστον τα δύο τρίτα των χωρών της Ευρώπης θα χρειασθούν τη συνεισφορά των μεταναστών από μη ευρωπαϊκές χώρες για να υπάρξει δημογραφική σταθερότητα στην Ευρώπη έως το 2050.

Μια άλλη διαίρεση υπάρχει μεταξύ Δύσης-Ανατολής, όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής. Περισσότερο από όλους στην Ευρώπη ζουν οι άνθρωποι στη βόρεια Ιταλία, στη βόρεια Ισπανία, στις παράκτιες περιοχές της Γαλλίας, καθώς και σε τμήματα της Ελβετίας και της Νορβηγίας. Τις πιο σύντομες ζωές έχουν οι άνθρωποι στην ανατολική και πρώην σοσιαλιστική Ευρώπη, με χειρότερες τη Λιθουανία και τη Βουλγαρία. Στην Ελλάδα το μέσο προσδόκιμο ζωής ανεξαρτήτως φυλου είναι τα 81,1 έτη, ενώ στην Κύπρο τα 81,8 έτη.

Η Κύπρος

Όσον αφορά ειδικότερα την Κύπρο, η μελέτη εκτιμά ότι ο πληθυσμός της, από περίπου 0,85 εκατομμύρια το 2016 (αυξημένος κατά 14% έναντι του 2006), εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περαιτέρω στα 0,9 εκατομμύρια το 2030 και σχεδόν στο ένα εκατομμύριο το 2050, κυρίως χάρη στη μετανάστευση, καθώς και στο ότι κάθε χρόνο περισσότεροι άνθρωποι γεννιούνται από ό,τι πεθαίνουν (ενώ στην Ελλάδα συμβαίνει πια το αντίθετο).

Από την άλλη, ο δείκτης γονιμότητας στην Κύπρο (1,32 παιδιά ανά γυναίκα το 2015) είναι εξίσου χαμηλός με αυτόν της Ελλάδας, με συνέπεια, σύμφωνα με τη μελέτη, έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030 και στην Κύπρο ο αριθμός των θανάτων πιθανώς να ξεπερνά πλέον τον αριθμό των γεννήσεων.

Την Πρωτοχρονιά του 2016 καταγράφηκε για πρώτη φορά έπειτα πολλές δεκαετίες μείωση του πληθυσμού της χώρας, αφού τότε υπολογίστηκε σε 10.784.000 άτομα, μειωμένος από τα 10.858.000 του προηγούμενου έτους.

Ελλάδα, χώρα φθίνουσα πληθυσμιακά με ταχείς ρυθμούς, με τους παράγοντες της μεγάλης μεταναστευτικής φυγής και της υπογεννητικότητας να έχουν κυρίαρχο αρνητικό ρόλο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που δημοσιεύει η Καθημερινή, η Ελλάδα βαδίζει προς μεγάλη αύξηση της ψαλίδας μεταξύ θανάτων και γεννήσεων τα επόμενα 20 χρόνια. Την Πρωτοχρονιά του 2016 καταγράφηκε για πρώτη φορά έπειτα πολλές δεκαετίες μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας, αφού τότε υπολογίστηκε σε 10.784.000 άτομα, μειωμένος από τα 10.858.000 του προηγούμενου έτους. Οι εκτιμήσεις των επιστημόνων κάνουν λόγο για μείωση του αριθμού των κατοίκων από 842.000 έως 1.265.000 άτομα έως τα τέλη του 2034, επισημαίνοντας ότι το ίδιο χρονικό διάστημα οι γεννήσεις θα κινηθούν μεταξύ 1,4 – 1,7 εκατομμυρίου και οι θάνατοι μεταξύ 2,5 με 2,7 εκατομμυρίων. Το φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις – θάνατοι) στην Ελλάδα την 20ετία 1995-2014 ήταν ισορροπημένο, δηλαδή 2,1 εκατομμύρια γεννήσεις και 2,1 εκατομμύρια θάνατοι. Η αύξηση του πληθυσμού προήλθε από το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, δηλαδή από την είσοδο μεταναστών στη χώρα. Παράλληλα, επιτείνεται η πληθυσμιακή γήρανση. Ενδεικτικά, τα άτομα άνω των 65 ετών, από 6.8% του συνολικού πληθυσμού τη δεκαετία του ΄50, αποτελούν σήμερα το 21%.

Καθημερινή

 

Αυτός είναι ο Mohammed Abdelmajeed, ένα αγόρι που γεννήθηκε πριν από 7 χρόνια στην Δαμασκό της Συρίας, αλλά το σώμα του μοιάζει με εκείνο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου.

Ο 7χρονος πάσχει από προγηρία, μια πολύ σπάνια διαταραχή η οποία, όπως μαρτυράει και η ελληνική της ονομασία, επιφέρει πρόωρη γήρανση στο σώμα.

Τα συμπτώματα της προγηρίας στο σώμα του μικρού Mohammed εμφανίστηκαν σε ηλικία 7 μηνών. Μόλις ο γιατρός τους είπε ότι το παιδί τους έχει αυτή την σπάνια διαταραχή, εκείνοι σοκαρίστηκαν. Με το πέρασμα των ετών και καθώς ήθελαν να προστατεύσουν το παιδί τους από το σοκ της διαφορετικής του όψης σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, αφαίρεσαν όλους τους καθρέφτες από το σπίτι τους.

Η προγηρία πλήττει περίπου 1 στα 20 εκατομμύρια άτομα και προκαλεί αλυσιδωτά προβλήματα στην υγεία του παιδιού. Για παράδειγμα, μετά από μερικά λεπτά τρεξίματος και παιχνιδιού, ο Mohammed εξαντλείται και χρειάζεται ξεκούραση, την ώρα που τα άλλα παιδιά στην ηλικία τους μόλις... ξεκινούν το τρεχαλητό.

Ο 7χρονος σήμερα Mohammed λέει πως έχει πολύ όρεξη για την ζωή και εύχεται να μπορέσει να πάει σχολείο σαν τα άλλα παιδιά. Προσθέτει, επίσης, ότι κάθε φορά που βγαίνει έξω να παίξει, οι περισσότεροι τον κοιτούν περίεργα και ο ίδιος αισθάνεται άσχημα. Έχει κάποιους φίλους, κάποια παιδιά στην γειτονιά του που τον ξέρουν τόσα χρόνια και τον έχουν αποδεχτεί, αλλά είναι δύσκολο για εκείνον να κάνει νέους φίλους.

Λόγω του πολέμου στην Συρία, ο Mohammed και η οικογένειά του είναι πρόσφυγες στην Τουρκία, όπου έφτασαν τον περασμένο Μάιο.

Δείτε το συγκλονιστικό βίντεο...

Επιστήμονες στις ΗΠΑ κατάφεραν να γυρίσουν προς τα πίσω τον χρόνο σε ζωντανά πειραματόζωα μέσω της γενετικής τεχνικής του «μερικού συστημικού κυτταρικού αναπρογραμματισμού».

Με αυτό τον τρόπο, μείωσαν τα σημάδια της γήρανσης σε ποντίκια και παρέτειναν τη ζωή τους κατά 30% (18 έως 24 εβδομάδες) - κάτι που θα ισοδυναμούσε με δεκαετίες στην περίπτωση των ανθρώπων.

Τα ζώα είχαν τροποποιηθεί προηγουμένως, έτσι ώστε να φέρουν μια μετάλλαξη που οδηγεί σε πρόωρη γήρανση (ανάλογη με τη σπάνια γενετική πάθηση προγηρία στους ανθρώπους). Ο αναπρογραμματισμός των κυττάρων τους που ακολούθησε, έκανε τα ζώα να ξανανιώσουν. Αυτό ενισχύει την πεποίθηση αρκετών επιστημόνων ότι εν μέρει -ή κατά κύριο λόγο- η γήρανση καθοδηγείται από ένα εσωτερικό γενετικό «ρολόι» που ωθεί το σώμα σε μια σταδιακή κατάρρευση. Αν καταστεί δυνατό να επιβραδυνθεί ο «χτύπος» αυτού του ρολογιού, τότε θα αυξηθεί το προσδόκιμο ζωής.

Είναι η πρώτη φορά που ο κυτταρικός αναπρογραμματισμός παρατείνει τη διάρκεια της ζωής σε ένα υγιές ζωντανό ζώο. Προηγούμενες προσπάθειες είχαν προκαλέσει ανάπτυξη εκτεταμένου καρκίνου ή τον άμεσο θάνατο των πειραματόζωων. Όμως αυτή τη φορά αποφεύχθηκε τελείως ο καρκίνος και ο πρόωρος θάνατος. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή αναπτυξιακής βιολογίας Χουάν Κάρλος Ιζπιζούα Μπελμόντε του Ινστιτούτου Βιολογικών Επιστημών Salk στην Καλιφόρνια, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνούς κύρους περιοδικό κυτταρικής βιολογίας "Cell" (Κύτταρο). «Δεν διορθώσαμε την μετάλλαξη που προκάλεσε την πρόωρη γήρανση. Αλλάξαμε τη διαδικασία της γήρανσης, αλλάζοντας χημικά το επιγονιδίωμα, δείχνοντας έτσι ότι η γήρανση είναι μια πλαστική διαδικασία. Η γήρανση δεν είναι ανάγκη να προχωρά μόνο προς μια κατεύθυνση», δήλωσε ο Μπελμόντε.
«Δεν πιστεύουμε ότι με την τεχνική μας θα φθάσουμε στην αθανασία. Υπάρχουν πιθανώς όρια που θα αντιμετωπίσουμε, αν επιχειρήσουμε μια πλήρη αναστροφή της γήρανσης. Ο στόχος μας δεν είναι μόνο η επέκταση της διάρκειας ζωής, αλλά κάτι ακόμη πιο σημαντικό, η υγιής ζωή», πρόσθεσε.

Ο πλήρης κυτταρικός αναπρογραμματισμός μετατρέπει τα εξειδικευμένα ενήλικα κύτταρα, όπως του δέρματος, σε αρχέγονα πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα. Οι αμερικανοί ερευνητές προχώρησαν σε έναν ευρέος φάσματος (συστημικό) αλλά μόνο μερικό αναπρογραμματισμό. Έτσι, για παράδειγμα, τα δερματικά κύτταρα δεν κατέληξαν σε βλαστικά, παρέμειναν δερματικά μεν, αλλά «φρεσκαρίσθηκαν», καθώς έγιναν πιο νεανικά.

Ο μερικός αναπρογραμματισμός μείωσε τις συσσωρευμένες βλάβες στο DNA πολλών διαφορετικών κυττάρων του σώματος. Με αυτό τον τρόπο, αρκετά όργανα -όπως διαπιστώθηκε στο μικροσκόπιο- εμφάνισαν βελτίωση και αντιστροφή της γήρανσης, όπως το δέρμα, η σπλήνα, τα νεφρά και το στομάχι. Αλλά και το καρδιαγγειακό σύστημα εμφάνισε ενδείξεις αντιγήρανσης και καλύτερης λειτουργίας.

Οι ερευνητές αναγνώρισαν ότι «προφανώς τα ποντίκια δεν είναι άνθρωποι». Ο Μπελμόντε δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι θα είναι πολύ πιο πολύπλοκο να ξανανιώσουμε έναν άνθρωπο. Όμως η νέα μελέτη δείχνει ότι η γήρανση είναι μια πολύ δυναμική και πλαστική διαδικασία, συνεπώς είναι πιο δεκτική σε θεραπευτικές παρεμβάσεις από ό,τι νομίζαμε προηγουμένως». Όπως είπε, τέτοιες πειραματικές θεραπείες μπορεί να χρειαστούν έως δέκα χρόνια, εωσότου δοκιμασθούν κλινικά σε ηλικιωμένους. Προηγούμενες μελέτες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι ο μεγαλύτερος παράγων κινδύνου για τις συχνότερες χρόνιες παθήσεις (καρδιοπάθειες, καρκίνους, νευροεκφυλιστικές νόσους) είναι απλώς τα γηρατειά. Αν αυτά «θεραπευθούν», τότε και πολλές ασθένειες θα είναι λιγότερο πιθανό να εμφανισθούν.

πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σελίδα 1 από 5

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot