Μια ακόμη δημοσιονομική βόμβα… μεγατόνων πυροδοτεί απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που εκδόθηκε τον Μάιο και με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ν. 4472/2017, για την αναμόρφωση των ειδικών μισθολογίων των ενστόλων, τις οποίες ψήφισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Πρόκειται για την υπ’ αριθμόν 852/2019 απόφαση, με την οποία έγινε αποδεκτή προσφυγή των συνδικαλιστικών σωματείων των αστυνομικών κατά των διατάξεων του ν. 4472/2017. Λόγω, όμως, του μείζονος ενδιαφέροντος της κρινόμενης υπόθεσης αποφασίσθηκε η παραπομπή της σε συζήτηση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, η οποία θα λάβει και την οριστική απόφαση.

Αποκατάσταση
Με την απόφαση 852/2019 αναγνωρίζεται ουσιαστικά ως συνταγματικά αποδεκτό το ύψος των συνολικών αποδοχών των στρατιωτικών, των αστυνομικών, των λιμενικών και των πυροσβεστών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέχρι τον Ιούλιο του 2012 με βάση τις διατάξεις του παλαιού νόμου 3205/2003. Δηλαδή με βάση την απόφαση αυτή, το Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στους ενστόλους, αναδρομικά από το 2017, ποσά που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ:

α) του ύψους των συνολικών αποδοχών όπως διαμορφώνονται μέχρι 31-12-2016 μετά την πλήρη αποκατάστασή τους βάσει των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αντισυνταγματικότητα των περικοπών που επέφερε από τον Αύγουστο του 2012 ο ν. 4093/2012,

β) του ύψους των συνολικών αποδοχών τους, όπως διαμορφώθηκαν από το 2017 με βάση το ν. 4472/2017 για την αναμόρφωση των ειδικών μισθολογίων.

Τι προέβλεπε…
Υπενθυμίζεται ότι με το ν. 4472/2017:

* Οι συνολικές αποδοχές των στρατιωτικών, των αστυνομικών, των λιμενικών και των πυροσβεστών, καθώς και άλλων δημοσίων λειτουργών (δικαστικών, ιατρών του ΕΣΥ, πανεπιστημιακών, ερευνητών κ.λπ.) μειώθηκαν λόγω περικοπών και καταργήσεων διαφόρων επιδομάτων, όχι μόνο σε σχέση με τα επίπεδα αποδοχών όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί πριν από τις αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012 αλλά και σε σχέση με τα επίπεδα αποδοχών όπως είχαν διαμορφωθεί και μετά τις περικοπές αυτές.

* Χορηγήθηκαν «προσωπικές διαφορές» για να καλυφθούν οι μειώσεις που προέκυψαν σε σχέση με τα επίπεδα αποδοχών όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μετά τις αντισυνταγματικές μειώσεις του ν. 4093/2012, δηλαδή ουσιαστικά δεν αναγνωρίστηκε η αντισυνταγματικότητα των περικοπών του νόμου εκείνου.

Ωστόσο, το 2014 και το 2016 είχαν εκδοθεί από το ΣτΕ αποφάσεις που έκριναν αντισυνταγματικές τις περικοπές των αποδοχών των ενστόλων, οι οποίες επιβλήθηκαν με το μνημονιακό νόμο 4093/2012. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, νομοθέτησε το 2017 την επιστροφή των ποσών των περικοπών μόνο για την περίοδο από την 1η-8-2012 έως τις 31-12-2016, ενώ για την περίοδο από την 1η-1-2017 δεν αναγνώρισε καμία υποχρέωση καταβολής αναδρομικών.

Η απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του ΣτΕ, εφόσον επικυρωθεί και από την Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου, θα υποχρεώσει το Δημόσιο να καταβάλει σημαντικού ύψους αναδρομικά, τα οποία αντιστοιχούν στα ποσά των περικοπών που επιβλήθηκαν στις αποδοχές των ενστόλων και την περίοδο μετά την 1η-1-2017, είτε αυξάνοντας τις προσωπικές διαφορές που προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 4472/2017, ώστε αυτές να καλύπτουν τα ποσά μειώσεων σε σχέση με τις αποδοχές που είχαν διαμορφωθεί βάσει του ν. 3205/2003, είτε αλλάζοντας εκ νέου όλη τη δομή των ειδικών μισθολογίων των ενστόλων.

Το σκεπτικό
Τα βασικότερα σημεία του σκεπτικού της απόφασης, το πλήρες κείμενο της οποίας αποκαλύφθηκε πρόσφατα από την Ενωση για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), έχουν ως εξής:

1 Μετά τη διάγνωση, με τις 2194-2195/2014 ακυρωτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4093/2012, οι διατάξεις αυτές (του ν. 4093/2012) κατέστησαν ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, με αποτέλεσμα να αναβιώσουν και, μάλιστα, αναδρομικώς οι προϊσχύουσες διατάξεις του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4307/2014 καταργήθηκαν και ρητώς οι αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4093/2012 και καθιερώθηκε νέο μισθολόγιο για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας αναδρομικά από 1.7.2012. Οι νεότερες αυτές διατάξεις, όμως, του ν. 4307/2014 (άρθρο 86, παρ. 2 και 3) κρίθηκαν, επίσης, με τις 1125-1128/2016 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου ως αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα να αναβιώσουν και πάλι αναδρομικώς οι προϊσχύουσες διατάξεις του ν. 3205/2003. Αυτό είχε ως συνέπεια να υποχρεούται η διοίκηση να θεωρήσει ως ισχύουσες τις διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν, και να μεριμνήσει να καταβάλει στους στρατιωτικούς τις αυξημένες αποδοχές που δικαιούνταν κατ’ εφαρμογήν τους. Εν όψει των ανωτέρω, η έννοια της διάταξης του άρθρου 155 παρ. 1 του ν. 4472/2017, ερμηνευόμενη υπό το φως των ανωτέρω ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και της απορρέουσας από το Σύνταγμα υποχρέωσης συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις αποφάσεις αυτές, είναι ότι οι αποδοχές που δικαιούνταν οι λειτουργοί ή υπάλληλοι στις 31.12.2016 είναι οι αποδοχές που είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4307/2014. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που θεσπίζει, το πρώτον, ως βάση για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, τις τακτικές αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, τις οποίες αυτοί ελάμβαναν στις 31.12.2016, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4307/2014 (άρθρο 86, παρ. 2 και 3) … είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 155 του ν. 4472/2017, όπως αυτή ερμηνεύθηκε ανωτέρω…. και για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη, κατά το μέρος αυτό, πρέπει να ακυρωθεί.

2 Οπως έχει ήδη κριθεί με τις 2192-2196/2014 και τις 1125-1128/2016 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου, η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών, η οποία βρίσκει έρεισμα σε πλείονες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 45, 23, παρ. 2 και 29 παρ. 3), αποτελεί πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, αλλά και δικαίωμα των στελεχών τους, το οποίο τους απονέμεται, αφενός μεν, ως αντιστάθμισμα του καθεστώτος απαγορεύσεων και περιορισμών, στο οποίο υπόκεινται κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής τους απασχόλησης, και των ειδικών συνθηκών εργασίας, οι οποίες συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα, αφετέρου δε, ως αναγνώριση της σημασίας της αποστολής τους για την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη…

H μεταβολή… του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών με τέτοιας φύσεως ή εκτάσεως μείωση των αποδοχών τους, που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το δημοσιονομικό όφελος σε σχέση με τις επιπτώσεις που η μείωση αυτή μπορεί να έχει στη λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, καθώς και αν η μείωση είναι αναγκαία ή θα μπορούσε να αναπληρωθεί με άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας…

Eιδικά ως προς την κατηγορία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, η ειδική μισθολογική αντιμετώπιση των οποίων προβλέπεται διαχρονικά και πηγάζει από τους ιδιαίτερα έντονους συνταγματικούς περιορισμούς που επιβάλλονται στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης των καθηκόντων τους και τη σύνδεση με τη διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας και άμυνας, της εσωτερικής ασφάλειας και καταπολέμησης του εγκλήματος και γενικά την άσκηση αρμοδιοτήτων που εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, ο νομοθέτης, παρότι εξακολουθεί να διαθέτει την ευχέρεια να καταρτίζει νέο μισθολόγιο και να διαμορφώνει το επίπεδο των αποδοχών τους και είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να προβαίνει ακόμα και σε μείωση αυτών, εφόσον λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τούτο, χωρίς η ουσιαστική του εκτίμηση να υπόκειται σε ακυρωτικό ή άλλο δικαστικό έλεγχο ως προς την ορθότητά της, υπέχει πάντως αυξημένες υποχρεώσεις τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης επιλογής του ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι η μείωση αυτή αντανακλά στη λειτουργία ευαίσθητων τομέων της κρατικής δράσης, το δε νέο μισθολόγιο πρέπει να πληροί τα κριτήρια που τέθηκαν με τις αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (2293-6/2014 και 1125-8/2016).

3 Oι αποδοχές των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας, όπως διαμορφώνονται με το νέο μισθολόγιο που θεσπίζεται με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, λαμβανομένης υπόψη και της προβλεπόμενης προσωπικής διαφοράς, κυμαίνονται, τελικά, σε επίπεδα κατώτερα εκείνων που είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές, ταυτίζονται δε με τις αποδοχές τους όπως είχαν διαμορφωθεί με τις κριθείσες, επίσης, ως αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4307/2014 και μάλιστα υπό τον όρο της πλήρους καταβολής τους έως την 1.1.2020 και με απορρόφηση κάθε μελλοντικής αύξησης από την προσωπική διαφορά. Με τα δεδομένα αυτά, κατά τη θέσπιση του νέου μισθολογίου (ν. 4472/2017), το δημοσιονομικό κριτήριο δεν αποτέλεσε μεν το αποκλειστικό κριτήριο για τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας, παρέμεινε, όμως, το βασικό κριτήριο, εφόσον με το μισθολόγιο αυτό επήλθε μείωση των αποδοχών των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας σε επίπεδο κατώτερο εκείνων που αυτά δικαιούνταν την 31.12.2016 (βάσει των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4307/2014), με κύριο σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων.

Και ναι μεν ο νομοθέτης, κατά τα προεκτεθέντα, μπορεί να προβεί σε αναμόρφωση του μισθολογίου των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας και σε μειώσεις των αποδοχών τους, με τη θέσπιση του νέου μισθολογίου, όμως δεν πρέπει να παραβιάζεται η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας, για την εφαρμογή της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί με τις 2192-2196/2014 και 1125-1128/2016 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου. Πλην όμως, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Στ΄ του ν. 4472/2017, το ύψος των αποδοχών των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας διαμορφώθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που καθιερώθηκαν με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις…. Περαιτέρω, δεν εκτιμήθηκε τεκμηριωμένα, εάν, με τις νέες αυτές μειώσεις, οι αποδοχές των Σωμάτων Ασφαλείας παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης και ανάλογες της αποστολής τους. Και ναι μεν το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται βάσει των προηγούμενων αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων, αλλά βάσει των εκάστοτε ισχυουσών οικονομικών συνθηκών και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και του εν γένει ενεργού πληθυσμού της χώρας…, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, ουδεμία εκτίμηση, με οποιαδήποτε κριτήρια, περιλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ή στις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής του ως προς το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Επιπλέον δε, ο νομοθέτης προέβη σε ανατροπή του ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος χωρίς την αναγκαία, σύμφωνα με προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, επαρκή τεκμηρίωση σχετικά με την προσφορότητα και αναγκαιότητα της μεταβολής αυτής και χωρίς προηγούμενη εκτίμηση ούτε του δημοσιονομικού οφέλους σε σχέση με τις επιπτώσεις της εν λόγω μεταβολής στη λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων ούτε της δυνατότητας να επιτευχθεί το δημοσιονομικό αυτό όφελος με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Με τα δεδομένα αυτά, οι επίμαχες ρυθμίσεις του ν. 4472/2017, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας (άρθρα 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος) και στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).

Από την έντυπη έκδοση

Απορρίφθηκε από προεδρεύοντα του θερινού τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), αντιπρόεδρο Μιχάλη Πικραμένο η αίτηση προσωρινής διαταγής που είχαν καταθέσει οι κυρίες Βασιλική Θάνου και Άννα Νάκου, πρώην πρόεδρος και πρώην αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αντιστοίχως.

Τόσο η κυρία Θάνου όσο και η κυρία Νάκου με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσαν στο ΣτΕ ζητούσαν να παγώσει η διαπιστωτική πράξη έκπτωσή τους από τις θέσεις τις οποίες κατείχαν.

Επίσης, οι κυρίες Θάνου και Νάκου έχουν καταθέσει και αίτηση αναστολής, η οποία έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί την ερχόμενη Παρασκευή 30 Αυγούστου στην Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ.

Ακόμη, έχουν υποβάλλει στο Ανώτατο Δικαστήριο και αίτηση ακύρωσης των πράξεων έκπτωσης τους από την ηγεσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Η αίτησή ακύρωσής αναμένεται να συζητηθεί στις αρχές Δεκεμβρίου από την Ολομέλεια του ΣτΕ.

Ειδικότερα, οι δυο προσφεύγουσες με την αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά των διαπιστωτικών πράξεων αυτοδίκαιης εκπτώσεώς τους από τις θέσεις τους. Μεταξύ άλλων στην προσφυγή τους υποστηρίζουν πως η θέσπιση του ασυμβίβαστου που εισήχθη με τον νόμο 4623/2019 της κυβέρνησης κατ’ εφαρμογήν του οποίου κηρύχθηκαν έκπτωτες εμφανίζει σωρεία παραβάσεων τόσο της κοινοτικής όσο και της εθνικής νομοθεσίας.

https://www.eleftherostypos.gr/

Το «πράσινο φως» άναψε την Τρίτη η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για την επένδυση στο Ελληνικό Αττικής, στο λεγόμενο μητροπολιτικό πάρκο Ελληνικού-Αγίου Κοσμά.

Ανοίγει ο δρόμος για την επένδυση στο Ελληνικό καθώς η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επικύρωσε με την υπογραφή της τη νομιμότητα του Προεδρικού Διατάγματος για το σχέδιο ολοκληρωμένης ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγίου Κοσμά, συνολικής εκτάσεως 6.008.076 τ.μ. αλλά και τους όρους για την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

 

Το ανώτατο δικαστήριο το οποίο ήδη με απόφασή του έχει κρίνει νόμιμο το Διάταγμα για το Ελληνικό, έρχεται τώρα με δύο αποφάσεις της Ολομελείας του και άρει εμπόδια που είχαν υψωθεί και εμπόδιζαν πέραν των άλλων την υλοποίηση της επένδυσης.

Ειδικότερα, η Ολομέλεια του ΣτΕ με δύο αποφάσεις της έκρινε ότι νόμιμα έχει προβλεφθεί από το Προεδρικό Διάταγμα η ανέγερση έξι εμβληματικών κτιρίων στο Ελληνικό, κτίρια που θεωρούνται τοπόσημα, η αγγλιστί Landmarks, δηλαδή διακριτά κτίρια, το ύψος των οποίων φθάνει τα 200 μέτρα. Επίσης με τις αποφάσεις της η Ολομέλεια έλυσε θέματα που είχαν προβληθεί από κατοίκους και φορείς της περιοχής, που ισχυρίζονταν ότι υπάρχουν θέματα για υποβάθμιση της ποιότητας της παράκτιας ζώνης με την επένδυση του Ελληνικού καθώς και θέματα που σχετίζονταν με την αρχαιολογική υπηρεσία, δηλαδή κατά πόσον έχει αρμοδιότητα να εξετάζει και να καθορίζει τα της διαμορφώσεως του τοπίου.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, έκριναν πως ο αριθμός των έξι ειδικών κτιρίων είναι εύλογος προκειμένου αυτά να επιτελούν την αρχιτεκτονική τους λειτουργία ως τοποσήμων υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι από τις συνοδευτικές του σχεδίου αρχιτεκτονικές μελέτες θα εξαρτηθεί αν θα εξαντληθεί το μέγιστο προβλεπόμενο ύψος των 200 μ.

Την ίδια ώρα, οι δικαστές αποφάνθηκαν πως καμία από τις νομοθετικές διατάξεις , με τις οποίες κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Φλωρεντίας για το τοπίο δεν υπάγει στην αρμοδιότητα της αρχαιολογικής αρχής την έγκριση χωρικού σχεδίου για λόγους προστασίας του τοπίου. Συνεπώς, κατέληξαν κατά πλειοψηφία, «είναι απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως, σύμφωνα με τους οποίους η πρόβλεψη των συγκεκριμένων υψών κτιρίων είναι αντίθετη με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο 24 παρ. 1 Συντ.) της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, μέρος του οποίου αποτελεί το τοπίο και, εν προκειμένω, το αττικό, καθώς και ο λόγος ότι μη νομίμως εκδόθηκε το διάταγμα χωρίς την έγκριση της ΥΠΠΟ».

Με τις αποφάσεις τους, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν πως με το Προεδρικό Διάταγμα δεν παραβιάζονται οι συνταγματικές διατάξεις που αφορούν το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον ενώ απέρριψαν τις αιτιάσεις ότι το σχέδιο επιφέρει υποβάθμιση του περιβάλλοντος και επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στις όμορες περιοχές, με 10 δικαστές να καταγράφουν μειοψηφία ειδικά ως προς το παράκτιο μέτωπο της επίμαχης έκτασης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έβαλε οριστικό φρένο στα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων καθώς ζουν σε «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης» – Τι υποστήριξε η μειοψηφία
Οι σύμβουλοι Επικρατείας μίλησαν με τη σκληρή ξύλινη γλώσσα τους στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς οριστικά «έκλεισαν την πόρτα» (κατάργηση) στη χορήγηση των δώρων-επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και θερινής άδειας τους (13ος και 14ος μισθός), ξεχνώντας τις αποφάσεις του Μισθοδικείου και ειδικά τις τελευταίες για τις μισθολογικές ωριμάνσεις και τα χρονοεπιδόματα των δικαστών και εισαγγελέων, όπως έλεγαν δικηγόροι, οι οποίοι κάνουν λόγο, με νόημα, για δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάνθηκε ότι ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων που κυμαίνεται από τα 780 ευρώ έως και 1.092 ευρώ, ακόμη και μετά την κατάργηση των τριών επίμαχων επιδομάτων, εξασφαλίζει «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο» και η περικοπή του 13ου και 14ου μισθού ήταν αναγκαία σύμφωνα με τα δημοσιονομικά δεδομένα.

Από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατά πλειοψηφία και αφού αντικαταστάθηκαν εισηγητές και τακτικά μέλη της σύνθεσης του δικαστηρίου με αναπληρωματικά μέλη (με δικαίωμα ψήφου), αναστράφηκαν κατά 180 μοίρες οι θετικές για τους δημοσίους υπαλλήλους αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, που είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων-δώρων, που έγιναν με το νόμο 4093/2012.

Υπενθυμίζεται ότι το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ είχε κρίνει ότι η κατάργηση των δώρων-επιδομάτων αντίκεινται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ (πρόεδρος η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας, Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκης (αρχικά εισηγήτρια ήταν η Κωνσταντίνα Φιλοπούλου) με μια σειρά αποφάσεων της (1307-1316/2019) έκρινε κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν 2 αντιπρόεδροι και 4 σύμβουλοι Επικρατείας), μεταξύ των άλλων, ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων, «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν παρίσταται απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».

Περαιτέρω, συνεχίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου», ο νομοθέτης «είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει:

α) από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011,

β) από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε με τον ν. 4014/2011, με το οποίο ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1092 ευρώ (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και γ) από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα)».

Κατά συνέπεια, υπογραμμίζουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».

Επιπλέον, σημειώνουν οι δικαστές του ΣτΕ, «η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».

Σε άλλο σημείο οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι «το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα».

Παράλληλα, η πλειοψηφία αντέκρουσε την άποψη της μειοψηφίας ότι με τις το ΣτΕ «μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι σε αυτόν περιλαμβανόταν πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά, πάντως αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο».

Η μειοψηφία

Σύμφωνα με τη μειοψηφία, με τον ίδιο ν. 4093/2012 και με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, τα οποία με προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν καθ’ εαυτά απρόσφορα, ανεπαρκή και, συνεπώς, ακατάλληλα να στηρίξουν περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, έλαβε χώρα και η επίδικη ήδη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των εν ενεργεία λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου.

Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, όπως και στις προηγηθείσες περιπτώσεις, ούτε στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης αυτού περιέχεται, σε σχέση με την κατάργηση των εν λόγω παροχών, οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά, εκτίμηση ή άλλη αιτιολογία, η οποία, πάντως, ήταν ιδιαιτέρως επιβεβλημένη, δεδομένου ότι πρόκειται περί παροχών, οι οποίες, όπως δηλώνεται στην ονομασία τους και συνάγεται από τη μακρά ιστορική τους επιβίωση συνδέονται αμέσως με την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2, 5, παρ. 1 και 21) κοινωνική και οικογενειακή ζωή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια.

Εξάλλου, δεν αρκεί ούτε στην περίπτωση του επίμαχου μέτρου η επίκληση του δημοσιονομικού οφέλους και μόνον ούτε η χρονίζουσα αδυναμία προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών, που αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου που επέφερε η επίμαχη πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Πέραν αυτού, «απαιτείτο και στην προκείμενη περίπτωση η προηγούμενη εξέταση τυχόν εναλλακτικών επιλογών και η εκτίμηση της προσφορότητας και αναγκαιότητας της επίμαχης κατάργησης υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι τα καταργηθέντα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, συνολικού ετησίου ύψους 1.000 ευρώ, χορηγούνταν μόνο στους χαμηλόμισθους υπαλλήλους του Δημοσίου που είχαν μικτές μηνιαίες αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω δώρων και επιδόματος αδείας) μέχρι 3.000 ευρώ, σύμφωνα με τους νόμους 4875/2010 και 4024/2011».

«Οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις τόσο των αποδοχών τους, όσο και του εν γένει εισοδήματός τους βάσει των διαφόρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης. Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών».

Βασικές σκέψεις των αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ

Μερικές από τις βασικές σκέψεις των αποφάσεων του ΣτΕ έχουν ως εξής:

«Με τις παραπάνω αποφάσεις της, εκδοθείσες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3900/2010 (Α΄213), η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε επί του το ζητήματος της αντίθεσης ή μη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ της διάταξης της περίπτωσης 1, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία επήλθε πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους υπαλλήλους του Δημοσίου,.

Το Δικαστήριο, υπενθύμισε, αρχικώς, την παγιωθείσα πλέον νομολογία του, κατά την οποία από τον συνδυασμό των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, άρθρο 79 παρ. 1, 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και την αξίωση του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, από τις οποίες συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών. Επίσης, υπενθύμισε την ευχέρεια του νομοθέτη, κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε επικρατουσών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή, την ευχέρεια δε αυτή σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής αναγνωρίζει και το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Προσέθεσε, όμως, ότι στις περιπτώσεις αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Ακολούθως, το Δικαστήριο προέβη α) στην επισκόπηση της εξέλιξης του θεσμού των επιδομάτων εορτών και αδείας διαχρονικά τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, β) στην παράθεση των κανόνων του πρωτογενούς και παραγώγου ενωσιακού δικαίου σχετικά με την υποχρέωση των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και γ) στα μέτρα περιστολής του μισθολογικού κόστους που ελήφθησαν από τον εθνικό νομοθέτη στο πλαίσιο τόσο της διαδικασίας διαπίστωσης και διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος της Ελληνικής Δημοκρατίας και της υλοποίησης των πολιτικών του πρώτου μνημονίου συνεργασίας (ν. 3845/2010), στα οποία (μέτρα) περιλαμβανόταν η περικοπή των ως άνω επιδομάτων, όσο και της διαδικασίας υλοποίησης των συμφωνηθέντων με το δεύτερο μνημόνιο συνεργασίας (ν. 4046/2012), στην οποία εντάσσεται η επίμαχη κατάργηση των ίδιων επιδομάτων. Συναφώς, υπενθύμισε ότι τα μέτρα που ελήφθησαν στην αρχή της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ενόψει της εκτίμησης του νομοθέτη ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας, δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την αποτροπή του ως άνω κινδύνου.

Ως προς την επίμαχη πλήρη κατάργηση των ως άνω επιδομάτων, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου της Ε.Ε., έκρινε, περαιτέρω, κατά πλειοψηφία, ότι αυτή α) συνιστά άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την υποκείμενη σε οριακό έλεγχο εκτίμηση του νομοθέτη, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ’ αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, β) συνδέεται και με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οι οποίες δεν καθιστούν, κατά το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προδήλως αδικαιολόγητη τη λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών, γ) θεσπίστηκε, όπως και ολόκληρο το ως άνω πρόγραμμα, στη βάση της από Ιουλίου 2012 μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών με τίτλο «Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013- 2016», στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε «αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων», μεταξύ των οποίων και η μισθολογική, η οποία κρίθηκε υψηλή ειδικά σε σύγκριση με τα άλλα κράτη- μέλη της Ευρωζώνης, διαπίστωση στην οποία προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ε.Ε., δ) πλήττει παροχές που δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια, αντιθέτως δικαιολογείται για τους ως άνω λόγους γενικού συμφέροντος και ανταποκρίνεται στους σκοπούς που επιδιώκει η Ε.Ε, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών- μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε, κατά πλειοψηφία, στο συμπέρασμα ότι το επίδικο μέτρο τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος. Περαιτέρω, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει α) από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011, β) από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε με τον ν. 4014/2011, με το οποίο ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1092 ευρώ (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και γ) από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα). Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Επιπλέον, η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του. Τέλος, το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα. Εξάλλου, η πλειοψηφία αντέκρουσε την άποψη της μειοψηφίας ότι με τις ως άνω σκέψεις το Δικαστήριο μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι σε αυτόν περιλαμβανόταν πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά, πάντως αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο».

πηγή protothema.gr

Συνταγματικές κρίθηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, από την Oλομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος θερινής άδειας των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, κ.ά.

Σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών οι Ανώτατοι Δικαστές κατέληξαν κατά πλειοψηφία στην παραπάνω κρίση, η οποία είναι αντίθετη τόσο με την εισήγηση της εισηγήτρια Ελένης Παπαδημητρίου όσο και με εκείνη της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ που είχε κρίνει παλαιότερα αντισυνταγματικές τις συγκεκριμένες περικοπές που έγιναν με το νόμο 4093/2012.

Η αντισυνταγματικότητα κατά το ΣΤ΄ Τμήμα έγκειτο στο ότι οι περικοπές των δώρων-επιδομάτων αντίκεινται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Της Άννας Κανδύλη

πηγή enikos.gr

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot