Στην κατάθεση προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της υπουργικής απόφασης για τη μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της γενικής κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος προσανατολίζονται μετά τους δήμους και οι Περιφέρειες.

Η Ενωση Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ) συγκαλεί την Τρίτη 12 Φεβρουαρίου έκτακτη συνεδρίαση επί του θέματος, ενώ ήδη μετά τη χθεσινή συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής, ο πρόεδρος της ΕΝΠΕ, περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, προανήγγειλε την πρόθεση των Περιφερειών να κλιμακώσουν τις αντιδράσεις τους τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε νομικό με προσφυγή στο ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας.

Τόσο ο κ. Αγοραστός όσο και ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολος Τζιτζικώστας σε δηλώσεις τους τάχθηκαν κατά της συγκεκριμένης απόφασης αλλά και κατά της κυβέρνησης, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τα προβλήματα που δημιουργούνται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση από την εφαρμογή της απόφασης και κάνοντας λόγο για «έλλειμμα Δημοκρατίας».

«Η κυβέρνηση διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι η χώρα βγήκε από τα μνημόνια, αλλά επιβάλλει μνημόνιο διαρκείας για την αυτοδιοίκηση, ένα μνημόνιο ασφυκτικού ελέγχου και λιτότητας», υποστήριξε ο κ. Αγοραστός, ο οποίος χαρακτήρισε την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γ. Χουλιαράκη «προδήλως αντιδημοκρατική και αντισυνταγματική», καθώς και «επιβλαβή και επιζήμια για την κοινωνία».

Οπως είπε μάλιστα ο πρόεδρος της ΕΝΠΕ, ο κ. Χουλιαράκης «αρνείται συστηματικά να συναντηθεί με τη διοίκηση της ΕΝΠΕ» και σημείωσε ότι αυτό είναι «ένδειξη πανικού». «Τέτοιες αποφάσεις που εκδίδονται αιφνιδιαστικά, χωρίς διάλογο, ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο, είναι ίδιον δουλοκτητικών κρατών», επεσήμανε ο κ. Αγοραστός.

Για «σοβαρό έλλειμμα Δημοκρατίας», έκανε λόγο και ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολος Τζιτζικώστας, επισημαίνοντας ότι μετά την κύρωση από τη Βουλή «της απαράδεκτης συμφωνίας των Πρεσπών απέναντι στη βούληση του 80% των Ελλήνων, η κυβέρνηση δίνει εντολή σε ένα δημοκρατικά εκλεγμένο σώμα, το Περιφερειακό Συμβούλιο, να πάρει μια συγκεκριμένη απόφαση. Με τη λογική: “Αποφασίζουμε και διατάσσουμε”».

Ο κ. Τζιτζικώστας αναφέρθηκε στα προβλήματα που θα προκαλέσει η εφαρμογή της υπουργικής απόφασης στη λειτουργία των Περιφερειών και κατέληξε: «Η κυβέρνηση θα πρέπει επιτέλους να μας ξεκαθαρίσει, τι από τα δύο ισχύει; Βγήκαμε τον προηγούμενο Αύγουστο από τα μνημόνια και η οικονομία ανακάμπτει ή τελικά είμαστε ακόμη στο 2015 και πρέπει πάλι να αφαιμάξουμε όλους τους φορείς του Δημοσίου; Η ερώτηση είναι απλή και περιμένουμε απαντήσεις».

Την αντίθεσή της στην εν λόγω κυβερνητική απόφαση έχει ήδη εκφράσει και η ΚΕΔΕ.

 

Σχεδόν όλη η Ελλάδα περιµένει τις αποφάσεις του ΣτΕ που θα κρίνουν την αναδροµική επιστροφή ποσών για περικοπές σε µισθούς και συντάξεις που επιβλήθηκαν µε µνηµονιακούς νόµους
Το γιατί είναι προφανές – οι πολίτες υποβλήθηκαν σε τεράστιες θυσίες όλα τα προηγούµενα χρόνια και έχουν στηρίξει τις προσδοκίες τους στη ∆ικαιοσύνη.

Το δηµοσιονοµικό πρόβληµα που θα δηµιουργηθεί σε περίπτωση πλήρους δικαίωσης όλων είναι δεδοµένο – αλλά αυτό δεν αφορά όλους εκείνους που περιµένουν να τους επιστραφούν χρήµατα που τους αφαιρέθηκαν µε αναγκαστικές νοµοθετικές ρυθµίσεις.

Η Ελλάδα ουσιαστικά χρεοκόπησε – είναι χαρακτηριστικό ότι µόλις χθες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επανέλαβε µια πικρή αλήθεια: ότι αν δεν λυθεί άµεσα το µεγάλο πρόβληµα των κόκκινων δανείων, τότε θα χρειαστεί και νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό η κυβέρνηση δεν µπορεί απλώς να αναµένει τις δικαστικές αποφάσεις. Είναι φανερό ότι τώρα που η χώρα βγήκε από τα µνηµόνια, οι πάντες αναµένουν κάποια ανταπόδοση των θυσιών των προηγούµενων χρόνων.

Ωστόσο, αυτό δεν µπορεί να γίνει ούτε άµεσα ούτε πλήρως – πολύ απλά διότι δεν υπάρχουν τα χρήµατα. Αλλωστε, οι µεγαλύτερες περικοπές στο διαθέσιµο εισόδηµα έγιναν µέσω της αύξησης των έµµεσων φόρων, που είναι και οι πλέον άδικοι, διότι πλήττουν πρώτιστα τα φτωχότερα στρώµατα.

Εποµένως, µια µείωση του ΦΠΑ -εφόσον το επιτρέψει η πορεία των εσόδων- θα µπορούσε να είναι µια δίκαιη επιστροφή µέρους των απωλειών του µνηµονίου, χωρίς να προκληθεί δηµοσιονοµικός εκτροχιασµός.

https://www.ethnos.gr

Ευνοϊκά για τους φορολογούμενους ερμήνευσε το Συμβούλιο της Επικρατείας τις διατάξεις του νόμου που προβλέπει ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες στην πρώτη πενταετία της επαγγελματικής τους δραστηριότητας απαλλάσσονται από το τέλος επιτηδεύματος.

Έτσι, το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του έδωσε ανάσα σε εργαζόμενους με «μπλοκάκι», μικρομεσαίους επιτηδευματίες και ελεύθερους επαγγελματίες καθώς έκρινε ότι και σε περίπτωση αλλαγής επαγγέλματος ισχύει νέα πενταετής απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος.

Το ΣτΕ (με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Μαίρη Σάρπ και εισηγητή τον πάρεδρο Αντώνιο Φοβάκη) το απασχόλησε περίπτωση δικηγόρου, ο οποίος το Φεβρουάριο του 2007 έκανε έναρξη εργασιών ως ελεύθερος επαγγελματίας με αντικείμενο την παροχή επιχειρηματικών σύμβουλων και συμβουλών διαχείρισης και έξι μήνες μετά έκανε διακοπή εργασιών επιτηδευματία.

Το 2015 προέβη σε νέα έναρξη επιτηδεύματος με αντικείμενο την δικηγορία.

Κατά τα δύο πρώτα έτη της δικηγορίας του επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος 650 ευρώ και με τη σειρά του προσέφυγε στην Δικαιοσύνη.

Το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 89/2019 πιλοτική απόφασή του (νόμος 3900/2010) έκρινε ότι οι ελεύθεροι, επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν μεν προβεί, κατά το παρελθόν, σε έναρξη εργασιών, πλην, όμως, σε επάγγελμα διαφορετικό από αυτό που ασκούν τώρα και στην συνεχεία, διέκοψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εξαιρούνται επί πενταετία από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος για την άσκηση του νέου επαγγέλματός τους. Και αυτό ανεξάρτητα εάν ο επαγγελματίας είχε συμπληρώσει 5 χρόνια άσκηση της αρχικής επαγγελματικής δραστηριότητας.

Παράλληλα, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι σε περίπτωση που γίνει διακοπή της άσκησης επαγγέλματος πριν την συμπλήρωση της 5ετίας και στην συνέχεια γίνει νέα έναρξη εργασιών στο ίδιο όμως επάγγελμα, ο χρόνος διακοπής δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωση της πενταετίας.

πηγή in.gr

 

Στις συμπληγάδες του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) βρίσκεται τον τελευταίο καιρό η φορολογική διοίκηση, καθώς σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο ερμηνεύει λανθασμένα τη νομοθεσία σε αρκετά ζητήματα.

Μετά τις αποφάσεις για τον χρόνο παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων (δεν μπορούν να ξεπερνούν την πενταετία), το ΣτΕ ερμηνεύοντας τον νόμο 3986/2011 σχετικά με την απαλλαγή από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος στους ελεύθερους επαγγελματίες κατά τα πρώτα πέντε έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, έκρινε ότι στην περίπτωση που η έναρξη αφορά διαφορετική επαγγελματική δραστηριότητα ισχύει η πενταετής απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος, κάτι το οποίο όμως δεν ίσχυε μέχρι σήμερα για την εφορία, η οποία επέβαλε κανονικά τέλος επιτηδεύματος 650 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική μείωση εσόδων από την εν λόγω πηγή, καθώς πολλοί επαγγελματίες τα χρόνια της κρίσης άλλαξαν δραστηριότητα, πληρώνοντας όμως κανονικά το τέλος επιτηδεύματος.

Είναι εξαιρετικά πιθανό να κληθεί η κυβέρνηση να επιστρέψει αναδρομικά τα ποσά αυτά στους επαγγελματίες. Σημειώνεται ότι τα έσοδα από το τέλος επιτηδεύματος ξεπερνούν ετησίως τα 500 εκατ. ευρώ.

Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος δεν αρκεί μόνο η πάροδος πενταετίας από την έναρξη εργασιών σε οποιοδήποτε επάγγελμα, όπως υποστηρίζει η διοίκηση, αλλά θα πρέπει η άσκηση αυτή να είναι κατ’ αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας.

Δηλαδή εάν κάποιος έκανε έναρξη επαγγέλματος ως δικηγόρος και κάποια στιγμή έκλεισε τα βιβλία του και προχώρησε σε έναρξη εργασιών ως λογιστής για παράδειγμα, ισχύει νέα πενταετής απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος καθώς πρόκειται για διαφορετικά αντικείμενα.

Σύμφωνα με το ΣτΕ «προϋπόθεση για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος στους ελεύθερους επαγγελματίες είναι η εκ μέρους τους άσκηση της αυτής κατ’ αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας επί πενταετία από της οικείας ενάρξεως εργασιών. Ελεύθεροι, αντιθέτως, επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν μεν προβεί, κατά το παρελθόν, σε έναρξη εργασιών, πλην, όμως, σε επάγγελμα διαφορετικό του ενεστώτος επαγγέλματός τους, εν συνεχεία, όμως, διέκοψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εξαιρούνται επί πενταετία από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος για την άσκηση του νέου επαγγέλματός τους».

Αντιθέτως, η φορολογική διοίκηση με την εγκύκλιο 1223/2011 σημειώνει: «Οσον αφορά την εξαίρεση των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών εμπορικών επιχειρήσεων κατά τα πέντε πρώτα έτη από την πρώτη τους έναρξη, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που ο επιτηδευματίας έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν και άλλη έναρξη, δεν εξαιρείται».

Σημειώνεται ότι το ΣτΕ έλαβε τη σχετική απόφαση έπειτα από προσφυγή δικηγόρου. Στη συγκεκριμένη πιλοτική δίκη, δικαιώθηκε ο δικηγόρος ο οποίος προέβη το 2015 σε έναρξη εργασιών με αντικείμενο τη δικηγορία – παροχή νομικών συμβουλών, ενώ παλαιότερα (το 2007) είχε προβεί επίσης σε έναρξη εργασιών ως ελεύθερος επαγγελματίας, με διαφορετικό αντικείμενο όμως (την παροχή επιχειρηματικών συμβουλών) για περίπου έξι μήνες. Κατά τα δύο πρώτα έτη άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου (2015 και 2016), του επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος καθώς η φορολογική διοίκηση ακολούθησε τις οδηγίες της εγκυκλίου 1223/2011.

πηγή kathimerini.gr

 

Πηγή:www.dimokratiki.gr

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 89/20198 έδωσε την αληθή ερμηνεία του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 σχετικά με την απαλλαγή από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος στους ελεύθερους επαγγελματίες κατά τα πρώτα πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών.

Το Σ.τ.Ε. έκρινε ότι, για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος δεν αρκεί μόνη η πάροδος πενταετίας από την έναρξη εργασιών σε οποιοδήποτε επάγγελμα, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η διοίκηση, αλλά θα πρέπει η άσκηση αυτή να είναι κατ’ αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας. Σε αντίθετη περίπτωση τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση, εν συγκρίσει με τους λοιπούς νέους επιτηδευματίες προς τους οποίους τελούν υπό τις αυτές οικονομικές συνθήκες ασκήσεως του επαγγέλματός τους, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που, όπως ο προσφεύγων δικηγόρος, έχουν μεν πραγματοποιήσει έναρξη επιτηδεύματος πέντε έτη προ της επιβολής του ένδικου φορολογικού βάρους, πλην, όμως, προέβησαν, εν συνεχεία, σε διακοπή εργασιών.

Το ΣτΕ αναφέρει συγκεκριμένα:
«Προϋπόθεση για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος στους ελεύθερους επαγγελματίες είναι η εκ μέρους τους άσκηση της αυτής κατ’ αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας επί πενταετία από της οικείας ενάρξεως εργασιών. Ελεύθεροι, αντιθέτως, επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν μεν προβεί, κατά το παρελθόν, σε έναρξη εργασιών, πλην, όμως, σε επάγγελμα διαφορετικό του ενεστώτος επαγγέλματός τους, εν συνεχεία, όμως, διέκοψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εξαιρούνται επί πενταετία από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος για την άσκηση του νέου επαγγέλματός τους, ανεξαρτήτως του αν η αρχική έναρξη εργασιών είχε λάβει χώρα σε χρόνο προγενέστερο της πενταετίας από τη γένεση της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης και ανεξαρτήτως του αν ο υπόχρεος είχε συμπληρώσει πέντε έτη ασκήσεως της αρχικής επαγγελματικής του δραστηριότητας».

 

Σχετικά με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1223/2011 αναφέρει ότι: Η ερμηνεία που απέδωσε στις κρίσιμες διατάξεις η φορολογική αρχή δεν μπορεί, εξάλλου, να βρει έρεισμα ούτε στην εγκύκλιο ΠΟΛ.1223/13.10.2011, την οποία επικαλείται προς επίρρωση της βασιμότητας των ισχυρισμών της, διότι με την εγκύκλιο αυτή [στην οποία αναφέρεται ότι «Όσον αφορά την εξαίρεση των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών εμπορικών επιχειρήσεων κατά τα πέντε πρώτα έτη από την πρώτη τους έναρξη, διευκρινίζεται ότι . . . στις περιπτώσεις που ο επιτηδευματίας έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν και άλλη έναρξη, δεν εξαιρείται, ακόμη και αν τη συγκεκριμένη έναρξη την έχει διακόψει» (παρ. Γ περ. 2)], δεν παρέχονται στη διοίκηση διευκρινίσεις και οδηγίες για την εφαρμογή των κρίσιμων νομοθετικών διατάξεων, αλλά εισάγονται πρωτογενώς κανονιστικές ρυθμίσεις, αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3986/2011, χωρίς να παρέχεται προς τούτο νομοθετική εξουσιοδότηση, όπως βασίμως προβάλλει ο προσφεύγων.
Δεν τίθεται, εξάλλου, ζήτημα αντιθέσεως της, κατά τα ανωτέρω, ερμηνείας προς το γράμμα της κρίσιμης διατάξεως, ούτε, άλλωστε, ζήτημα ανεπίτρεπτης διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος κατά παράβαση της αρχής της στενής ερμηνείας των φορολογικών διατάξεων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η φορολογική διοίκηση, αλλ’ αντιθέτως αποδίδεται η αληθής έννοια του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 3986/2011, χωρίς να προστίθενται νέες περιπτώσεις στις ρητώς προβλεπόμενες εκ του νόμου απαλλαγές και εξαιρέσεις. Κατόπιν τούτων, αλυσιτελής καθίσταται η εξέταση των λοιπών λόγων προσφυγής.

Το ΣτΕ στη συγκεκριμένη πιλοτική δίκη, δικαίωσε δικηγόρο ο οποίος προέβη το 2015 σε έναρξη εργασιών με αντικείμενο τη δικηγορία – παροχή νομικών συμβουλών ενώ παλαιότερα (το 2007) είχε προβεί επίσης σε έναρξη εργασιών ως ελεύθερος επαγγελματίας, με διαφορετικό αντικείμενο όμως (την παροχή επιχειρηματικών συμβουλών) για έξι περίπου μήνες.

Κατά τα δύο πρώτα έτη άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου (2015 και 2016), του επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος, το οποίο, ειδικώς, για το ένδικο έτος (2016), ανήλθε στο ποσό των 650 € καθώς η φορολογική διοίκηση ακολούθησε τις οδηγίες της ΠΟΛ.1223/2011.

ΑΠΟΦΑΣΗ

https://www.aftodioikisi.gr

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot