Ανοικτή επιστολή προς τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκο Μητσοτάκη, απευθύνουν δεκάδες πανεπιστημιακοί, νομικοί, στρατηγοί, διπλωμάτες και επιχειρηματίες, ζητώντας του να προχωρήσει ως πρωθυπουργός στην ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Το κείμενο της επιστολής έχει ως εξής:

Αξιότιμε κύριε πρόεδρε,
Απευθυνόμαστε σε εσάς που θα έχετε τον αναγκαίο θεσμικό ρόλο ως ο αυριανός πρωθυπουργός και κάνουμε έκκληση να γίνετε ο σημαιοφόρος της ακύρωσης της επαχθούς συμφωνίας των Πρεσπών, την οποία η συντριπτική πλειονότητα του Ελλήνων τη θεωρεί απαράδεκτη και την εκλαμβάνει ως εθνική ήττα και καταστροφή. Σας καλούμε να το διακηρύξετε αυτό σαφώς, πριν από τις επερχόμενες εκλογές, πράξη που είναι βέβαιο ότι ο ελληνικός λαός θα την ανταμείψει με την ψήφο του και η ιστορία θα σας εντάξει σε περίοπτη θέση μέσα στο Πάνθεον των εθνικά δρώντων πολιτικών.

Οι υπογράφοντες –έγκριτοι επιστήμονες, καθηγητές, συνταγματολόγοι, νομικοί, στρατηγοί, διπλωμάτες, πολιτειολόγοι, ιστορικοί, επιχειρηματίες– θεωρούν ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι νομικά άκυρη, καθώς παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα, το εθνικό μας δίκαιο αλλά και θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως αυτές περί «αληθείας», «καλής πίστεως», «σαφήνειας», καθώς περιλαμβάνει ιστορικά ψεύδη, νομικές παραβιάσεις, ασάφειες, παραπειστικά επιχειρήματα και δόλο. Συναφώς παραβιάζει σειρά άρθρων της σύμβασης της Βιέννης, 1969.

1. Στην ανάθεση καθηκόντων του Μάθιου Νίμιτς υπήρχε εντολή αποκλειστικά και μόνο για το «όνομα», την οποία εντολή αυτός παραβίασε.

2. Στη συμφωνία των Πρεσπών περιλαμβάνονται κραυγαλέα ψευδή στοιχεία όπως στο Μέρος Α΄, άρθρο 1, παρ. γ. και στο άρθρο 7, ενυπάρχει το δομικό ψεύδος, ότι δήθεν αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ η πλαστή «μακεδονική» γλώσσα κατά την «Τρίτη διεθνή σύνοδο του ΟΗΕ για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων, 1977». Αντιθέτως, στις σημειώσεις της συνόδου στον τόμο l και στο Προοίμιο του τόμου 2 στη σελίδα ΙΙΙ στην απόφαση 17/8- 7/9, 1977 αναγράφεται: «Οι εφαρμοζόμενες ονομασίες και η παρουσίαση του υλικού σε αυτή την έκδοση δεν συνεπάγονται την έκφραση οποιασδήποτε γνώμης εκ μέρους της γραμματείας του ΟΗΕ». Υπενθυμίζουμε ότι χωρίς ανάλογη γλώσσα δεν υπάρχει ούτε εθνότητα ούτε χώρα με το όνομα «Μακεδονία» ή το «μακεδονικός-ή-ό».

3. Με τις παρανομίες του γ.γ. ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες (12- 13/2/2019), ο οποίος αποδέχτηκε την εισαγωγή του θέματος στον Οργανισμό με κοινή (επί του ιδίου επιστολοχάρτου) επιστολή Ελλάδος και της FYROM αναφερόμενη ως «Βόρεια Μακεδονία», με τα δύο εθνόσημα των χωρών. Η πράξη αυτή είναι παράνομη τόσον διότι κατά την ημέρα αποστολής και παραλαβής της επιστολής δεν υπήρχε, και ακόμη δεν υπάρχει χώρα με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» την οποία να έχει εγκρίνει προηγουμένως το Συμβούλιο Ασφαλείας. Ωσαύτως δεν έχει αποσταλεί προς το Σ.Α. του ΟΗΕ ειδική έκθεση του γ.γ., όπως απαιτεί και περιγράφει η Απόφαση 845 Σ.Α. μετά την οποία το Σ.Α. θα κυρώσει ή όχι τη συμφωνία των Πρεσπών, ως οφείλει και κατ’ εφαρμογή της δικής του Απόφασης 817.

4. Αγνοήθηκε κατάφωρα η βούληση της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού, ο οποίος απαιτούσε δημοψήφισμα αντίστοιχο με εκείνο του λαού της FYROM. Ετσι καταπατήθηκε το θεμελιώδες άρθρο 1, παρ 2 και 3 του ελληνικού Συντάγματος, που προβλέπουν πως: 2. «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία». Και παρ. 3. «Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

5. Ο υπουργός των Εξωτερικών κ. Νικόλαος Κοτζιάς σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3566 (ΦΕΚ Α΄ 117/05.06.2007) «Κύρωση ως κώδικα του οργανισμού του υπουργείου Εξωτερικών», είχε τις περιοριστικά εκεί αναφερόμενες αρμοδιότητες, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η συνομολόγηση των διεθνών συνθηκών και συνεπώς γι’ αυτήν απαιτείται, κατά το άρθρο 5β του ν. 3566/2007, ειδική εξουσιοδότησή του. Επ’ αυτού δεν έγινε προηγουμένως καμία ειδική συζήτηση στη Βουλή, για τη λήψη σχετικής απόφασης με σκοπό την παροχή ειδικής προς υπογραφή εξουσιοδότησης-εντολής στον αρμόδιο υπουργό, ούτε τέθηκε προς έγκριση και εξουσιοδότηση στο υπουργικό συμβούλιο το σχέδιο της συμφωνίας, ούτε αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής διαβούλευσης, (αντιθέτως, αυτό συνέβη στη αντισυμβαλλόμενη FYROM), και δεν ζητήθηκε η γνώμη και η αποδοχή της από τον ελληνικό λαό.

6. Ως προς το Διεθνές Δίκαιο, σε συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6, 7, 26, 27 και 46 της σύμβασης της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών προκύπτουν τα εξής: ένα κράτος μπορεί εξαιρετικά να επικαλεσθεί, προς ακυρότητα μιας σύμβασης, διάταξη του εσωτερικού του δικαίου εφόσον τυγχάνουν παραβιάσεις. Αυτό μπορεί να γίνει από την επόμενη κυβέρνηση, όπως επιβάλλει η διεθνής συνταγματική τάξη, με μία ρηματική διακοίνωση διαφωνιών, με την οποία η Ελλάς μπορεί να προσβάλει τη συμφωνία των Πρεσπών.

Η συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μια διμερή διακρατική συμφωνία υπό αίρεση που μπορεί να προσβληθεί ως ακυρώσιμη, λόγω παραβίασης των άρθρων 36 παρ.1 και 35 παρ.1 του Συντάγματος, και αφετέρου να θεωρηθεί ως λήξασα, διότι εξαντλήθηκε η προθεσμία που ορίζεται ρητά στη συμφωνία των Πρεσπών έως το τέλος του 2018.

7. Στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στη FYROM συμμετείχε μόνο το 36,8% των πολιτών και όχι άνω του 50% όπως ως νομιμοποιητική βάση ώφειλε.

8. Ο ΠτΔ της FYROM, Γκιόργκι Ιβανόφ, ουδέποτε υπέγραψε αυτήν τη συμφωνία η οποία και εξ αυτού του λόγου είναι άκυρη.

9. Οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του Συντάγματος της FYROM ουδέποτε κοινοποιήθηκαν «ως ενιαίο κείμενο» διά ρηματικής διακοινώσεως στην Ελλάδα. Στο Σύνταγμα παραμένουν αλυτρωτικές βλέψεις, οι οποίες ανατρέπουν όσα επιβάλλει η ίδια η συμφωνία των Πρεσπών και αντιτίθενται στις «σχέσεις καλής γειτονίας ομόρων κρατών.

10. Η ρηματική διακοίνωση προς την Ελλάδα δεν φέρει την υπογραφή –ως ώφειλε– του ΠτΔ της FYROM Γκιόργκι Ιβανόφ.

11. Η γειτονική μας χώρα μέχρι σήμερα προβαίνει στη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» αποκλειστικώς, χωρίς το «Βόρεια», καταπατώντας συνεχώς τα όσα υπέγραψε περί erga omnes. Συναφές μέγιστο ζήτημα είναι τα αλυτρωτικά εις βάρος της Ελλάδος σύμβολα, τα οποία υπάρχουν στα χαρτονομίσματα και νομίσματά της, αλλά και τα όσα περιλαμβάνει στους στίχους του ο εθνικός ύμνος τής εν λόγω χώρας.

12. Σοβαρά ελλείμματα νομιμότητας έχει η συμφωνία των Πρεσπών και στα εμπορικά ζητήματα όπου η λύση θα συμβεί (;) μετά πενταετία, πράγμα που συνιστά παραπειστικό όρο και παραβιάζει διεθνείς αρχές περί σαφήνειας και καλή πίστεως.

Κύριε πρόεδρε, διατελούμε με την ελπίδα ότι θα λάβετε υπόψη σας τα παραπάνω εκτεθέντα, που συμφέρουν πρωτίστως την Ελλάδα, αλλά και τη μεγάλη παράταξη της οποίας επαξίως ηγείστε.
Θεσσαλονίκη 19-6-2019».

 

Εν μέσω θυελλώδους διαδικασίας, υπερψηφίστηκε πριν από λίγο από την Ολομέλεια της Βουλής η συμφωνία των Πρεσπών. Ο χρόνος έκφρασης της όποιας διαφωνίας από τα κοινοβουλευτικά κόμματα παρήλθε, ενώ παράλληλα δηλώνουν πως εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο κοινοβουλευτικό εργαλείο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μπλόκο της συμφωνίας.
Υπενθυμίζεται πως κατά την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής η Προεδρεύουσα δέχτηκε σωρεία κρίσιμων επιχειρημάτων από τους εκπροσώπους των κομμάτων οι οποίοι αντίλεξαν τόσο επί της ουσίας του ζητήματος, όσο και επί της διαδικασίας. Κάποιοι εξ’αυτών, μάλιστα, επικαλέστηκαν το άρθρο 100 του Κανονισμού της Βουλής, το οποίο προβλέπει πως κατά την ψήφιση ενός νόμου ο Πρόεδρος της Boυλής και κάθε Boυλευτής ή μέλoς της Kυβέρνησης μπoρεί να ζητήσει, στo στάδιο της καταρχήν συζήτησης, να απoφανθεί η Boυλή αναφoρικά με συγκεκριμένες αντιρρήσεις πoυ προβάλλει για τη συνταγματικότητα νομοσχεδίoυ ή πρότασης νόμoυ.
Η στιγμή μάλιστα χαρακτηρίστηκε ιδανική, καθώς για την ψήφιση της πρότασης αντισυνταγματικότητας (άρα και απόρριψης της συμφωνίας) απαιτούνταν η ψήφος μόνο των παρόντων Βουλευτών, με τα έδρανα της πλειοψηφίας να παρουσιάζουν εκείνη την ώρα μειοψηφική εικόνα.
Και ενώ σύσσωμο το μέτωπο των διαφωνούντων (με τη συμφωνία) επεδίωκε το ίδιο αποτέλεσμα ( ως προς το ότι πρέπει, δηλαδή, να ακυρωθεί η συμφωνία) έδειξαν εμφανώς την αδυναμία τους να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό.
Πρόκειται για έλλειψη σαφούς Εθνικής θέσης - βλέπε συμφωνία Βουκουρεστίου και σύσκεψη πολιτικών αρχηγών έτους 1992 υπό τον ΠτΔ - ή απλώς για έλλειψη εθνικής συνοχής?
Αυτό είναι το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε, πρωτίστως, όσοι παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον τη διαδικασία κύρωσης στη Βουλή.
Η συμφωνία των Πρεσπών φέρει πλέον την υπογραφή του Προέδρου της Ελληνικής Βουλής και θα αποσταλεί τάχιστα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κο Παυλόπουλο, για την τελευταία αναγκαία από τον νόμο υπογραφή. Το μόνο βέβαιο είναι πως κατά την παραλαβή των προς υπογραφή εγγράφων, ο ΠτΔ θα διαπιστώσει -μεταξύ άλλων- πως λείπει η υπογραφή του ομολόγου του, κου Ιβάνοφ, και αυτό γιατί όπως ο ίδιος (ο κος Ιβάνοφ) ισχυρίζεται εδώ και μήνες, δε νομιμοποιείται να το πράξει, επικαλούμενος τα άρθρα 118 &119 του συντάγματος της γείτονος χώρας. Ειδικότερα το άρθρο 119 αναφέρει πως :«Διεθνείς συμφωνίες συνάπτονται στο όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Διεθνείς συμφωνίες μπορούν επίσης να συνάπτονται από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όταν αυτό καθορίζεται από το νόμο».
Γίνεται επίσης λόγος και για νομικό προηγούμενο έτους 2002, όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο της Χώρας ακύρωσε τη διεθνή συμφωνία με την Ελλάδα σχετικά με τον πετρελαιαγωγό ΟΚΤΑ, καθώς όπως αποφάνθηκαν, οι συνταγματικοί δικαστές, η συμφωνία η οποία υπεγράφη το 1999 μεταξύ των κυβερνήσεων της πΓΔΜ και της Ελλάδας, ήταν αντισυνταγματική.
Μάλιστα, μόλις προ ολίγων ημερών έγινε γνωστό πως προσέφυγε στο Συνταγματικό δικαστήριο της πΓΔΜ (σ.σ πΓΔΜ έως ότου λάβει την τελική υπογραφή του πρόεδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας ) πολίτης που ζητά την ακύρωση της συμφωνίας, ενώ ομοίως προανήγγειλε πως θα πράξει και ο καθηγητής Ντιμίταρ Apasiev ο οποίος είναι και μέλος της ηγεσίας του κόμματος Αριστερά.
Ώρα, λοιπόν, για βέτο ή ένα κακόγουστο αστείο?
Μέχρι πρόσφατα είχαν φουντώσει τα δημοσιεύματα που ζητούσαν από τον ανώτατο άρχοντα της χώρας, κο Παυλόπουλο, να πάρει θέση, ενώ δεν εξέλειπαν και οι φωνές που μιλούσαν για ενδεχόμενη παραίτησή του, ώστε να μπλοκαριστεί (?) η συμφωνία και να μην επικυρωθεί από τη Βουλή. Βέβαια οι συγκεκριμένες φωνές ίσως να αγνοούσαν τι ορίζει το Σύνταγμα στο υποθετικό αυτό σενάριο, καθώς συμφώνα με το άρθρο 34 αυτού περί αναπλήρωσης του Πρόεδρου της Δημοκρατίας όταν αυτός παραιτηθεί ή κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, τη θέση του καταλαμβάνει ο Πρόεδρος της Βουλής, κος Βούτσης. Με την πάροδο 30 ημερών από τη στιγμή που ο Πρόεδρος σταματήσει να ασκεί τα καθήκοντά του συγκαλείται η Βουλή για να αποφασίσει εάν συντρέχει λόγος για εκλογή νέου Πρόεδρου. Ενώ με βάση τα οριζόμενα στο Σύνταγμα η διαδικασία αναπλήρωσης του ΠτΔ δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 6 συνολικά μήνες. Διευκρινίζεται πως η Βουλή όλο αυτό το διάστημα παραμένει ανοιχτή και εκτελεί τα καθήκοντά της κανονικά.
Το σημαντικό, ωστόσο, είναι πως ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει τη δυνατότητα κατά την έκδοση και δημοσίευση νόμου να αναπέμψει ψηφισθέν νομοσχέδιο επειδή το έκρινε αντισυνταγματικό ( βλ. αρ. 42 του Συντάγματος: «…ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη βουλή νομοσχέδιο… εκθέτοντας και τους λόγους αναπομπής»).
Έτσι λοιπόν αν και με βάση το Σύνταγμα της χώρας οι αρμοδιότητες του ΠτΔ είναι εξαιρετικά περιορισμένες μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, δίνεται η δυνατότητα να αναπέμψει ένα ψηφισθέν θέμα της Βουλής. Η αναπομπή από τον ΠτΔ συνιστά ένα είδος αρνησικυρίας (βέτο) και είναι ένα χρήσιμο εργαλείο το οποίο έχει στην κατοχή του. Σαφώς και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως το βέτο είναι ανακλητικό, γιατί οδηγεί σε καθυστέρηση έκδοσης και δημοσίευσης του νόμου και άρα καθυστέρηση έναρξης της ισχύος αυτού, όμως σε κάθε περίπτωση γυρνά ξανά η κλεψύδρα του χρόνου αναζήτησης της πολυπόθητης Εθνικής συνοχής. Σημειώνεται ακόμη, πως δύναται το ασκούμενο βέτο του ΠτΔ να μετατραπεί εκ του αποτελέσματος σε οριστικό σε περίπτωση που επανέλθει στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο χωρίς να συγκεντρώσει, ωστόσο, την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Τέλος, δεν πρέπει να αγνοούμε πως ο κος Παυλόπουλος εκτός από ΠτΔ είναι και ο ίδιος ένας έμπειρος ακαδημαϊκός που θα μπορέσει να διακρίνει νομικά εάν η Συμφωνία των Πρεσπών είναι άκυρη και ανυπόστατη και εάν ουσιαστικά και διαδικαστικά παραβιάζει το Σύνταγμα της Ελλάδας, των Σκοπίων και το Διεθνές Δίκαιο.

 * Αθηνά Αντωνιάδου κοινωνιολόγος

Η συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί από τις δυο συμβαλλόμενες πλευρές. Πρωτίστως η πΓΔΜ κύρωσε τη συμφωνία το καλοκαίρι του 2018, εκδίδοντας σχετική νομοθετική διάταξη, χωρίς ωστόσο αυτή να φέρει την υπογραφή του ανώτατου άρχοντα της Χώρας, του Πρόεδρου κου Ιβανοφ, καθώς όπως ισχυρίζεται δεν νομιμοποιούνταν να το πράξει, επικαλούμενος τα άρθρα 118 & 119 του συντάγματος τους. Συγκεκριμένα το Άρθρο 119 αναφέρει πως :«Διεθνείς συμφωνίες συνάπτονται στο όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Διεθνείς συμφωνίες μπορούν επίσης να συνάπτονται από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όταν αυτό καθορίζεται από το νόμο».
Την ίδια στιγμή που ο Πρόεδρος Ιβανοφ, υποστηρίζει πως εφόσον δεν είχε προηγηθεί σχετικός νόμος ο οποίος να καθορίζει το δικαίωμα σύναψης Διεθνούς Συμφωνίας από τον Υπουργό Εξωτερικών της χώρας ή άλλο πρόσωπο (σ.σ. σχεδόν απίθανο να αγνοούσε σχετική εκδοθείσα νομοθεσία) παραπέμποντας ρητά στο Σύνταγμα της Χώρας. (βλ. αρθρο 119 Συντάγματος πΓΔΜ), η δικαιοσύνη διεξάγει προκαταρκτική εξέταση για τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε ο πρόεδρος Ιβανοφ να υπογράψει την επίμαχη διάταξη, με το κρινόμενο αποτέλεσμα να αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς σε περίπτωση δικαίωσής του, θεωρείται πως θα υπάρξουν σημαντικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας και όχι μόνο.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε πως η συγκεκριμένη «άρνηση υπογραφής» εκ μέρους του Πρόεδρου Ιβανοφ της συμφωνίας των Πρεσπών , επικαλούμενος ουσιαστικά ύψιστο κανόνα εσωτερικού δικαίου, δίνει τροφή για σκέψη στο κατά πόσο η εκδοχή του οδηγεί μεταξύ άλλων, σε λόγους ακυρότητας της σύναψης Διεθνούς Συμφωνίας, αφού το άρθρο 46§1 της Συμβάσεως της Βιέννης ορίζει ρητά ότι : <<Το κράτος δε δύναται να επικαλεσθεί το γεγονός, ότι η συναίνεσίς του όπως δεσμευθή διά συνθήκης εδόθη κατά παραβίασιν διατάξεως του εσωτερικού του δικαίου, αναφερομένης εις την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών και ως εκ τούτου ακυρούσης την συναίνεσίν του, εκτός εάν η παραβίασις αύτη ήταν έκδηλη και αφορούσε κανόνα εσωτερικού δικαίου θεμελιώδους σημασίας.>>
Από το παραπάνω καθίσταται σαφές ότι τα κράτη θα πρέπει να ελέγχουν από πριν την συνταγματικότητα και εν γένει την εγκυρότητα μιας συνθήκης (πρβλ. τον έλεγχο του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου28).
Μάλιστα, δεν είναι λίγα τα δημοσιεύματα της γείτονος χώρας που κάνουν λόγο για νομικά εμπόδια στη συμφωνία μεταξύ της πΓΔΜ και της Ελλάδας σχετικά με την αλλαγή του ονόματος, με τον καθηγητή Ντιμίταρ Apasiev ο οποίος είναι και μέλος της ηγεσίας του κόμματος Αριστερά, να κάνει λόγο για προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ώστε να ακυρωθεί η σύμβαση, διότι όπως ισχυρίζεται είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και καμία διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να είναι ισχυρότερη από αυτό. Γίνεται επίσης λόγος και για νομικό προηγούμενο έτους 2002, όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο της Χώρας ακύρωσε τη διεθνή συμφωνία με την Ελλάδα σχετικά με τον πετρελαιαγωγό ΟΚΤΑ, καθώς όπως αποφάνθηκαν, οι συνταγματικοί δικαστές η συμφωνία, η οποία υπεγράφη το 1999 μεταξύ των κυβερνήσεων της πΓΔΜ και της Ελλάδας, ήταν αντισυνταγματική. Δείτε σχετικό άρθρο εδώ : https://www.mkd.mk/makedonija/politika/ustavniot-sud-ednash-vekje-ja-ocenuvashe-ustavnosta-na-megjunaroden-dogovor
Η κυβέρνηση ΖΑΕΦ, ωστόσο ανενόχλητη από τα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της χώρας και αφού εξασφάλισε την απαιτούμενη πλειοψηφία της Βουλής, προέβει στις σχετικές τροποποιήσεις άρθρων του συντάγματος ( σ.σ κατά της επιταγές της συμφωνίας των Πρεσπών όπως ο ίδιος υποστηρίζει), όπως εν συνεχεία αυτές απεσταλλησαν στην Ελληνική κυβέρνηση.
Παράλληλα, στην Ελλάδα πληθώρα δημοσιευμάτων φιλοξενούν αναφορές που κάνουν λόγο για μια Συμφωνία η οποία έχει περάσει δια συνταγματικής εκτροπής στην πΓΔΜ, και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η επικύρωσή της από την Ελλάδα. Ενώ δεν είναι λίγες οι φωνές αυτές που ζητούν να πάρει θέση ο ίδιος ο ανώτατος πολίτικος άρχων της χώρας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κος Παυλόπουλος.
Σημειώνεται πως εκτός από τα δικαστήρια σε έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων προβαίνουν και η Βουλή αλλά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συμφώνα με το άρθρο 100§1 του κανονισμού της Βουλής κατά την ψήφιση ενός νόμου ο Πρόεδρος της Boυλής και κάθε Boυλευτής ή μέλoς της Kυβέρνησης μπoρεί να ζητήσει, στo στάδιο της καταρχήν συζήτησης, να απoφανθεί η Boυλή αναφoρικά με συγκεκριμένες αντιρρήσεις πoυ προβάλλει για τη συνταγματικότητα νομοσχεδίoυ ή πρότασης νόμoυ. Με αυτόν τον τρόπο προτάσσεται ένα ισχυρό κοινοβουλευτικό εργαλείο.
Επιπρόσθετα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά την έκδοση και δημοσίευση νόμου μπορεί να αναπέμψει ψηφισθέν νομοσχέδιο επειδή το έκρινε αντισυνταγματικό (βλ. αρ.42 του Συντάγματος «…ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη βουλή νομοσχέδιο…εκθέτοντας και τους λόγους αναπομπής»).
Πρόκληση ; ευκαιρία ; η ένας άλλος δρόμος ;
Ένα είναι σίγουρο. Τώρα που ξεκινούν στην Ελλάδα οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και η διαδικασία της συζήτησης, βρισκόμαστε μπροστά σε ανακατάταξη του πολιτικού σκηνικού που δεν θα αφήσει αδιάφορη την κοινωνία.

tr.png

 

* Αθηνά Αντωνιάδου κοινωνιολόγος

Αυτό που καταδεικνύει ότι παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα της κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο υπέρ της συμφωνίας, ενισχύθηκε η άποψη ότι είναι ετεροβαρής και εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντα της ΠΓΔΜ
Κόντρα στην επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών είναι η απόφαση της κυβέρνησης και των «πρόθυμων» βουλευτών να κυρωθεί στην ελληνική Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών.

Απέναντι δεν βρίσκονται «ακραίες φωνές» ή οπαδοί του «εθνικιστικού απομονωτισμού», όπως υποστηρίζει το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά άνθρωποι όλων των ηλικιών -και μάλιστα πολλοί νέοι- και όλων των κομμάτων!

Από την «ακτινογραφία» των στοιχείων της έρευνας της MRB και τις Τάσεις Δεκεμβρίου 2018 για τη συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ, προκύπτει ότι ακόμη και στον ΣΥΡΙΖΑ μόνο ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους τάσσεται υπέρ της συμφωνίας. Η ανάλυση των στοιχείων είναι αποστομωτική για τα κυβερνητικά στελέχη.

Στο σύνολο της κοινής γνώμης, αρνητικά «βαθμολογεί» τη συμφωνία το 70% και θετικά μόλις το 12%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του θέματος ανά ηλικιακή ομάδα, όπου και πάλι το «όχι» υπερτερεί σε συντριπτικά ποσοστά. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το γεγονός ότι στις ηλικίες από 17 έως 24 ετών «όχι» απαντά το 67% και μόλις το 9% συμφωνεί.

Αντίστοιχα μονοψήφιο (9%) είναι το ποσοστό που εγκρίνει τη συμφωνία στις ηλικίες άνω των 65 ετών ενώ αρνητικά απαντά το 76%. Σε κάθε περίπτωση, γυρίζει την πλάτη στη συμφωνία το 68% των ηλικιών από 25 έως 34 ετών, το 67% από 35 έως 44 ετών και το 79% στις ηλικίες 46 έως 64 ετών.

Ακόμη κι αν δεν θέλει να το παραδεχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, η απόφαση για κύρωση της συμφωνίας δεν βρίσκει σύμφωνη ούτε την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του. Κι αυτό γιατί μόλις το 24% τη βλέπει θετικά ενώ διαφωνεί το 50%.

Στη Νέα Δημοκρατία είναι ξεκάθαρη η εικόνα, με το 88% να την απορρίπτει, ενώ κόντρα στην εκλογική του βάση κινείται ο Σταύρος Θεοδωράκης, καθώς το 65% των ψηφοφόρων του Ποταμιού κρίνει τη συμφωνία αρνητικά και μόλις το 14% θετικά. Στο ΔΗ.ΣΥ. «ναι» λέει το 10% και «όχι» το 74%, ενώ στο ΚΚΕ την απορρίπτει το 62%.

Υπάρχει ακόμη ένα εντυπωσιακό στοιχείο στην ανάλυση της έρευνας. Αυτό που καταδεικνύει ότι παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα της κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο υπέρ της συμφωνίας, ενισχύθηκε η άποψη ότι είναι ετεροβαρής και εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντα της ΠΓΔΜ. Συγκεκριμένα, με τη θέση αυτή συμφωνεί το 75% ενώ τον περασμένο Ιούνιο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν δυο μονάδες κάτω (73%).

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Η ψήφος κατά συνείδηση που αποφάσισε να δώσει το Ποτάμι στην συμφωνία των Πρεσπών δημιουργεί πλέον σοβαρές προσδοκίες ότι η κυβέρνηση βρήκε τους 151 βουλευτές που χρειάζεται προκειμένου να την περάσει από την Βουλή.
Όλα λοιπόν δείχνουν ότι στους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θα προστεθούν οι ψήφοι της Έλενας Κουντουρά, της Κατερίνας Παπακώστα, του Θανάση Παπαχριστόπουλου, του Σπύρου Δανέλλη, του Σταύρου Θεοδωράκη και του Γιώργου Μαυρώτα. Ο Σπύρος Λυκούδης εμφανίζεται να μην έχει αποφασίσει ακόμα τι θέλει να κάνει, ενώ άγνωστο παραμένει τι θα κάνει τελικά ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος αλλά και ο Δημήτρης Κρεμαστινός ο οποίος τις τελευταίες ώρες δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από το κόμμα του για να μην υπερψηφίσει την συμφωνία των Πρεσπών.

click4more
Συμφωνία των Πρεσπών: Αυτή είναι η αριθμητική για το “μαγικό” 151!
Όλα δείχνουν λοιπόν ότι η κυβέρνηση έχει βρει τον μαγικό αριθμό των 151 ψήφων που χρειάζεται προκειμένου η συμφωνία των Πρεσπών να έχει πολιτική νομιμοποίηση παρά τις αντιδράσεις που υπάρχουν στα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, το Μέγαρο Μαξίμου έχει αποφασίσει να στριμώξει την ΝΔ επάνω σε δυο θέματα.

Το ένα θέμα είναι το ντιμπέιτ καθώς, όπως λένε κυβερνητικά στελέχη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται να μην επιθυμεί μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο με τον πρωθυπουργό δεδομένου ότι δεν έχει επιχειρήματα. Κορυφαία κυβερνητικά και κομματικά στελέχη έλεγαν μάλιστα ότι μια τέτοια συζήτηση σε ουδέτερο έδαφος θα είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς δεν θα είχε την πολιτική φόρτιση του κοινοβουλίου και θα γινόταν μόνο με βάση τα επιχειρήματα των δυο πλευρών. Ο Γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρλέτης, αναφερόμενος στο θέμα επεσήμανε ότι «στη συζήτηση αυτή θα έμπαιναν τα ερωτήματα, αν κέρδισε η χώρα με αυτή την εκκρεμότητα τόσα χρόνια και εάν ισχυροποίησε τη θέση της διπλωματικά στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων».

Ο Πάνος Σκουρλέτης αναρωτήθηκε ακόμα εάν είναι αδιάφορο ότι σχεδόν 140 κράτη είχαν αναγνωρίσει σκέτα “Μακεδονία” αυτή τη χώρα. «Μας είναι αδιάφορο το γεγονός ότι τώρα ανοίγει μια προοπτική ανάπτυξης και μέσω αυτής της χώρας συνολικά προς τα Βαλκάνια; Με τεράστιες δυνατότητες για τη Θεσσαλονίκη, για την Βόρεια Ελλάδα; Πηγαίνετε να ρωτήσετε τους Έλληνες επιχειρηματίες της Βόρειας Ελλάδας. Μη κοιτάτε που αυτό το κλίμα κάποιους τους κάνει και σιωπούν» είπε χαρακτηριστικά ο γραμματέας του κόμματος.

Το δεύτερο θέμα έχει να κάνει με την στοχοποίηση των βουλευτών που θα υπερψηφίσουν την συμφωνία των Πρεσπών με την ανοχή, όπως λένε, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφερόμενος στο θέμα τόνισε ότι «βλέπουμε ένα σύνολο από πρακτικές που εντάσσονται σε ένα ενιαίο πολιτικό σχέδιο κατατρομοκράτησης βουλευτών. Και ο κ. Μητσοτάκης μη καταδικάζοντας σημαίνει ότι είτε τα καλύπτει είτε, ακόμη χειρότερα, τα οργανώνει. Διότι, έχουμε ένα κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ, το οποίο συμμετείχε αν δεν εκκίνησε όλες αυτές τις διαδικασίες με τα μοιράσματα τηλεφώνων βουλευτών, έτσι ώστε να απειληθούν από πολίτες. Εν πάση περιπτώσει, εγώ αυτό το οποίο λέω είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης, εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο -και δεν μιλάμε μόνο για τις τελευταίες δέκα μέρες που έχουμε αυτά τα περιστατικά- υιοθετώντας έναν ακροδεξιό λόγο σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, στην πραγματικότητα, απελευθέρωσε αντανακλαστικά, εξτρεμιστικά αντανακλαστικά, μιας ακραίας δεξιάς στη χώρα…».

Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να ζητάει απαντήσεις γι’ αυτά τα θέματα σε καθημερινή βάση, ενώ βρίσκεται σε επιφυλακή για το θέμα των συλλαλητηρίων καθώς -όπως λένε– τέτοιου είδους εκδηλώσεις μπορεί να οδηγήσουν τα πράγματα στα άκρα. Ταυτόχρονα από την πλευρά της κυβέρνησης εκφράζονται ερωτηματικά για το ποιοι βρίσκονται πίσω από τα συλλαλητήρια, ποιοι τα χρηματοδοτούν και ποιοι κατευθύνουν αυτή την ακραία καμπάνια με τις αφίσες.

Σελίδα 1 από 99

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot