Μετά από μια θυελλώδη κοινοβουλευτική διαδικασία, υπερψηφίστηκε την Παρασκευή από την Ολομέλεια της Βουλής η συμφωνία των Πρεσπών, ενώ με διαδικασίες fast truck ολοκληρώθηκαν τα απαιτούμενα και η Συμφωνία των Πρεσπών δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η Συμφωνία αποτελεί πλέον νόμο του κράτους, καθώς αμέσως μετά την κύρωσή της από τη Βουλή, υπεγράφη από τον ΠτΔ, κ. Προκόπη Παυλόπουλο, και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ (ν.4588/2019).
Ο χρόνος έκφρασης της όποιας διαφωνίας από τα κοινοβουλευτικά κόμματα παρήλθε, ενώ παράλληλα φέρονται να δηλώνουν πως εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο κοινοβουλευτικό εργαλείο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μπλόκο της συμφωνίας. Έντονο χαρακτηριστικό της κοινοβουλευτικής διαδικασίας ήταν πως αφενός σύσσωμο το μέτωπο των διαφωνούντων (με τη συμφωνία) επεδίωκε το ίδιο αποτέλεσμα ( ως προς το ότι πρέπει, δηλαδή, να ακυρωθεί η συμφωνία), αφετέρου έδειξαν εμφανώς την αδυναμία τους να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό. Από την άλλη δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν, και ίσως όχι άδικα, πως κυριάρχησε ο διχασμός των πολιτικών δυνάμεων και η έλλειψη σαφούς Εθνικής θέσης από μέρους τους - βλέπε συμφωνία Βουκουρεστίου και σύσκεψη πολιτικών αρχηγών έτους 1992 υπό τον ΠτΔ –, ενώ άλλοι μιλούν ξεκάθαρα για έλλειψη Εθνικής συνοχής.
Αυτά όλα βεβαία θα κριθούν στο μέλλον από πολιτικούς αναλυτές και ιστορικούς, καθώς προς το παρόν εισπράττουμε –φαινομενικά τουλάχιστον- μια τελείως διαφορετική συμπεριφορά με βάση τον καταιγισμό συγχαρητήριων μηνυμάτων που καταφθάνουν στην Ελλάδα από τον Δυτικό κόσμο, ο οποίος αναφερόμενος στη κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών μιλάει ξεκάθαρα για νίκη.
Στον αντίποδα, έντονο προβληματισμό φαίνεται να έχει προκαλέσει σε διπλωματικούς κύκλους η επιστολή παραίτησης του Wess Mitchell, διπλωμάτη καριέρας- υπεύθυνο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ο οποίος ασχολήθηκε έντονα με τη σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η χρονική επιλογή παραίτησής του, που ήρθε μόλις λίγες ημέρες πριν κλείσει με επιτυχία το διπλωματικό εγχείρημά του (κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών και ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ). Ο Mitchell, θεωρήθηκε μάλιστα «αρχιτέκτονας» της συμφωνίας των Πρεσπών, ενώ χαρακτηριστική ήταν η προτροπή του τον Οκτώβριο (διεξαγωγή δημοψηφίσματος) προς την αντιπολίτευση της πΓΔΜ, ώστε να ψηφίσει στο δημοψήφισμα υπέρ της συμφωνίας αλλαγής ονόματος, εκφράζοντας ακόμη και την απογοήτευση της Ουάσιγκτον, αναφορικά με την κρατούσα στάση του κόμματος VMRO-DPMNE (δείτε σχετικό άρθρο https://www.rt.com/news/441462-macedonia-mitchell-letter-vote/ ).
Οι κινήσεις που ακλουθούν είναι: η Ελλάδα να ενημερώσει την πΓΔΜ με ρηματική διακοίνωση η οποία θα αναφέρει ότι το ελληνικό κοινοβούλιο υπερψήφισε τη συμφωνία και στη συνέχεια να κινηθούν οι διαδικασίες για την εφαρμογή της, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα θα ενημερωθεί ο ΟΗΕ ο οποίος ήταν και ο διαμεσολαβητής των διαπραγματεύσεων υπό τον Μάθιου Νίμιτς, ενώ ακολούθως θα έρθει στην Ελληνική Βουλή το Πρωτόκολλο Εισδοχής της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, το οποίο αφού κυρωθεί, θα τεθεί αμετάκλητα σε ισχύ η Συμφωνία των Πρεσπών και οι συνταγματικές αλλαγές της πΓΔΜ, με συνέπεια η χώρα να ονομάζεται πλέον Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας στις διμερείς σχέσεις της και έτσι θα αναγνωρίζεται εφεξής από χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

Αγκάθι ή διέξοδος το άρθρο 19 §3 (ν.4588/2019) της συμφωνίας των Πρεσπών (?).

Αγκάθι ή διέξοδος το άρθρο 19 §3 (ν.4588/2019) (?), το οποίο αναφέρει πως: «… Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των Μερών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας και δεν έχει επιλυθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο Άρθρο 19(2), μπορεί να υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Τα Μέρη θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσουν να συμφωνήσουν σε κοινή υποβολή κάθε τέτοιας διαφοράς στο εν λόγω Δικαστήριο. Ωστόσο, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός έξι μηνών ή μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος όπως τα Μέρη αμοιβαία θα συμφωνήσουν, τότε κάθε τέτοιου είδους διαφορά δύναται να υποβληθεί από οποιοδήποτε από τα Μέρη μονομερώς…»
Τονίζεται η άρνηση του κου Ιβάνοφ να υπογράψει την έγκριση της συμφωνίας από τη Βουλή των Σκοπίων με την αιτιολογία πως δε νομιμοποιείται να το πράξει, επικαλούμενος τα άρθρα 118 &119 του συντάγματος της γείτονος χώρας και πως οι «…Διεθνείς συμφωνίες συνάπτονται στο όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας…» (ύψιστος κανόνας εσωτερικού δικαίου θεμελιώδους σημασίας (?) βλ. άρθρο 46§1 της Συμβάσεως της Βιέννης). Υπενθυμίζεται νομικό προηγούμενο έτους 2002, όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο της Χώρας ακύρωσε σχετική διεθνή συμφωνία με την Ελλάδα ( πετρελαιαγωγός ΟΚΤΑ).
Τα δυο συμβαλλόμενα μέρη έπρεπε πριν την κύρωση της Συμφωνίας να ελέγξουν και κρίνουν αν η διαδικασία πριν την κύρωση αυτής ακολουθήθηκε όπως θα έπρεπε. Στα πλαίσια αυτά, ωστόσο, δεν πρέπει να αγνοηθούν –μεταξύ άλλων- δυο επιπλέον σημαντικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο για τις αυριανές πολιτικές δυνάμεις που πιθανά θα θελήσουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της ακύρωσης της συμφωνίας, άρθρο 19 §3 (ν. 4588/2019):
i. Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 (η οποία είναι ενεργή, αφού δεν ακυρώθηκε). Πρόκειται για συνθήκη η οποία όρισε τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας. Όπως αποτυπώνεται στους σχετικούς κατατεθειμένους χάρτες, δεν γίνεται καμία αναφορά στη λέξη Μακεδονία εντός των σημερινών συνόρων της πΓΔΜ.
ii. Στη συνθήκη των Πρεσπών γίνεται λόγος για δημοψήφισμα το οποίο εάν αποφασιζόταν να διεξαχθεί θα έπρεπε να είναι έγκυρο, που σημαίνει πως με βάση το άρθρο 73 του Συντάγματος των Σκοπίων η απαιτούμενη συμμέτοχη θα έπρεπε να είναι 50+1%, ενώ σύμφωνα με το ίδιο σύνταγμα είναι δεσμευτικό και θα έπρεπε να υπογραφεί (το δμοψήφισμα) από τον Πρόεδρο της χώρας και εν συνεχεία (με βάση τη συνθήκη των Πρεσπών) μέχρι 31-12-2018 να δημοσιευόταν σε ΦΕΚ.

Θα μιλήσουν οι αγορές (?).

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται το πρόσφατο ενημερωτικό δελτίο (Ιανουάριος 2019) του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων των Σκοπίων που κάνει λόγο για έξι επιχειρήσεις ελληνικών ή μεικτών συμφερόντων που περιλαμβάνονται μεταξύ των πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων στη γείτονα χώρα. Μάλιστα οι επιχειρήσεις αυτές φαίνεται να κατατάσσονται στις πενήντα πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις της χώρας αγγίζοντας το 11% των συνολικών κερδών, ενώ στην πρώτη θέση της κατάταξης εξακολουθεί να βρίσκεται εταιρεία κολοσσός βρετανικών συμφερόντων (εταιρεία κατασκευής καταλυτών).
Την ίδια στιγμή οικονομικοί κύκλοι παρουσιάζουν τη συμφωνία των Πρεσπών ως μια καλή «τόνωση» για τα ομόλογα της γειτονικής χώρας. Ενώ το ομόλογο της πΓΔΜ φαίνεται να πέτυχε ρεκόρ τη Δευτέρα 28 Ιανουαρίου, στον απόηχο της επικύρωσης της συμφωνίας. Επιπρόσθετα σήμερα έκλεισε το βιβλίο προσφορών για το 5ετες ομόλογο στο 3,6%, αντλώντας το Ελληνικό δημόσιο 2,5 δις ευρώ
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω καθώς και τα άρθρα 13 & 14 του ν. 4588/2019 όπου γίνεται πλούσια αναφορά στην μελλοντική οικονομική συνεργασία των δυο χωρών, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε ποιά θα είναι τελικά η αντίδραση και των χρηματιστηριακών αγορών όσον αφορά στη συμφωνία των Πρεσπών, κάτι που ίσως δεν θα αργήσει να φανεί από τις πρώτες κιόλας ημέρες.

Γράφει η Αθηνά Αντωνιάδου (Κοινωνιολόγος)

Το σχέδιο για τη διαχείριση των «κόκκινων δανείων» αναμένεται να καταθέσει η κυβέρνηση στα μέσα Γενάρη καθώς το ζήτημα αντιμετώπισης του ζητήματος επηρεάζει την πορεία δεσμεύσεων άρα κι εξόδου στις αγορές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» αναμένεται να είναι μια βασική πηγή «έμπνευση» για την αντιμετώπιση ενός μείζονος ζητήματος που απειλεί τη σταθερότητα του πιστωτικού σύστηματος. Το προς επεξεργασία σχέδιο βασίζεται :

- στη δημιουργία Εταιρίας Ειδικού Σκοπού (APS) και

- στην παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για την έκδοση ομολόγων έναντι «απορρόφησης» προβληματικών δανείων 15- 20 δις ευρώ.

Το όλο θέμα συζητιέται και με τους θεσμούς ενώ και η Κομισιόν αναμένεται να τοποθετηθεί.

Όπως αναφέρει πηγή των Βρυξελλών, πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί το θέμα των κόκκινων δανείων και μετά να βγει στις αγορές για δανεισμό. Σύμφωνα με πληροφορίες το γεγονός ότι η τιμή του ελληνικού 10ετούς ομολόγου κινείται στα όρια του 4,4%, σαφώς και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αλλεπάλληλες αναταράξεις στη γειτονιά μας (Τουρκία, Ιταλία), ωστόσο η βασική πηγή ανησυχίας των επενδυτών παραμένει το εγχώριο πιστωτικό σύστημα.

«Όταν φανεί ότι πάμε προς επίλυση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, τότε τα ομόλογα θα πάνε καλύτερα», εκτιμούν οι ίδιες πηγές, με φόντο τη δημοσίευση του στρατηγικού πλάνου του ΟΔΔΗΧ, που προβλέπει άντληση κεφαλαίων 3- 7 δις ευρώ από τις αγορές στη διάρκεια του έτους.

Πηγή: reporter.gr

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Έπειτα από μια δύσκολη χρονιά για τα risk assets το 2018, με το βίαιο sell-off να κάνει δύο φορές την εμφάνισή του στις αγορές, τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο, το 2019 φαίνεται να "κληρονομεί" τις ανησυχίες γύρω από την παγκόσμια οικονομία, τον εμπορικό πόλεμο και την αυστηρότερη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών, διαγράφοντας, έτσι, ένα καθόλου εύκολο 2019. Σε αυτό το περιβάλλον, το Ελληνικό Χρηματιστήριο, το οποίο έχασε το τρένο της bull market των τελευταίων 9 ετών, βρίσκεται αντιμέτωπο τόσο με εγχώριους όσο και με εξωτερικούς "αντίθετους ανέμους".

 

To τέλος του "bull run" των παγκόσμιων μετοχών δεν είναι πολύ μακριά, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters στο περιβάλλον 250 funds από Ευρώπη, ΗΠΑ και Ασία, με τις ανησυχίες για την παγκόσμια ανάπτυξη και τις αυστηρότερες οικονομικές συνθήκες να αναμένεται να πλήξουν τις αγορές το επόμενο έτος.
Οι παγκόσμιες μετοχές κατέγραψαν χαμηλά έτους στα τέλη Οκτωβρίου κατά τη διάρκεια ενός βίαιου sell-off, το οποίο "εξαφάνισε" 5 τρισεκατομμύρια δολάρια από την αξία των αγορών, οδηγούμενο από τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξαν οι ΗΠΑ αλλά και από την επιθετική στάση της Federal Reserve.

Σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς αναλυτές που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, η πρόσφατη βουτιά των αγορών έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Εκτιμούν πως το 2018 θα καταλήξει να είναι ένα έτος που οι επενδυτές θα θέλουν να ξεχάσουν, με τις περισσότερες αγορές να "κλείνουν" στο κόκκινο. Ενώ όλοι εκτός από έναν από τους 17 βασικούς διεθνείς δείκτες αναμένεται να κινηθούν υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα μέχρι το τέλος του 2019, περίπου οι μισοί δεν αναμένεται να ανακάμψουν από τις απώλειες του τρέχοντος έτους, με το 2019 να αποτελεί για την πλειονότητα των funds το έτος του τέλους της παγκόσμιας bull market, αν και το 25% των ερωτηθέντων εμφανίζεται πιο απαισιόδοξο, εκτιμώντας πως θα τελειώσει φέτος.

Οι κίνδυνοι που οδήγησαν στην πρόσφατη βουτιά των αγορών –οι εμπορικές εντάσεις, οι διαπραγματεύσεις του Brexit, οι αναταραχές στις αναδυόμενες αγορές– θα μπορούσαν να βλάψουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ, όπως δήλωσε η Fed σε έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

"Αν και η μεταβλητότητα θα παραμείνει αυξημένη –έχουμε δει δύο διορθώσεις μεγέθους 10% αυτό το έτος ήδη–, η πραγματική bear market θα ξεκινήσει όταν βρεθούμε σε ύφεση ή εισέλθουμε σε φάση ύφεσης", σημείωσε η Mona Mahajan, διαχειρίστρια κεφαλαίων της Allianz Global Investors. "Με δεδομένο ότι η ύφεση στις ΗΠΑ αναμένεται μετά το επόμενο δωδεκάμηνο και ότι οι αγορές αρχίζουν να αποτιμούν την ύφεση από έναν έως έξι μήνες πριν, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε από τεχνική άποψη ότι η bear market θα αρχίσει να εμφανίζεται προς τα τέλη του επόμενου έτους".

Οι φόβοι του 2019

Οι φόβοι ότι ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας θα κλιμακωθεί ακόμα περισσότερο έχουν κάνει τους στρατηγικούς αναλυτές της Wall Street λιγότερο αισιόδοξους για την πορεία του δείκτη-βαρoμέτρου των διεθνών αγορών, S&P 500, το επόμενο έτος, αλλά εξακολουθούν να αναμένουν ότι ο δείκτης θα κλείσει ελαφρώς υψηλότερα τον επόμενο χρόνο σε σχέση με τα σημερινά του επίπεδα. Όπως σημειώνει ο Richard Lacaille, επικεφαλής επενδύσεων στη State Street Global Advisors, "αν και ο S&P 500 σημείωσε το μακροβιότερο bull run τον Αύγουστο του 2018, μια σοβαρή διόρθωση τον Οκτώβριο μας υπενθύμισε ότι είμαστε πιο κοντά στο τέλος του κύκλου από την αρχή και ότι οι επενδυτές πρέπει να προετοιμαστούν για αυξημένη αστάθεια".

Είναι χαρακτηριστικό πως, παρά την απότομη πτώση των παγκόσμιων μετοχών τούς τελευταίους μήνες, μόνο το 27% περίπου των funds θεωρεί τις διεθνείς μετοχές φθηνές, με το 40% μάλιστα να δηλώνει ότι είναι αρκετά ακριβές και περίπου το ένα τρίτο να δηλώνει ότι είναι ακριβές.

Οι ευρωπαϊκές μετοχές αναμένεται να κινηθούν σε ένα σφιχτό εύρος διακύμανσης έως το τέλος του 2018 αλλά και κατά τη διάρκεια του 2019, σύμφωνα με τα funds, καθώς η επιβράδυνση της ανάπτυξης, οι πολιτικοί κίνδυνοι και οι ανησυχίες για τις προστατευτικές πολιτικές της Ουάσινγκτον κρατούν τους επενδυτές μακριά από την αύξηση του ρίσκου στα χαρτοφυλάκιά τους.

Πού θα προσγειωθούν οι ευρωπαϊκοί δείκτες

Οι δείκτες της Ευρώπης και της Ευρωζώνης σημειώνουν απώλειες της τάξης του 8%-10% φέτος, έχοντας μείνει πίσω σε σχέση με τη Wall Street, καθώς οι αναλυτές έχουν μειώσει τις προβλέψεις για την κερδοφορία των εισηγμένων επιχειρήσεων εν μέσω της εξασθένησης των οικονομικών προοπτικών και των εντάσεων γύρω από τον Προϋπολογισμό της Ιταλίας. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 αναμένεται να φτάσει τις 365 μονάδες μέχρι το τέλος του έτους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των 250 διαχειριστών κεφαλαίων και αναλυτών, 6,2% χαμηλότερα σε ετήσια βάση. Ο δείκτης Euro STOXX 50 των κορυφαίων εταιρειών της Ευρωζώνης αναμένεται να φτάσει τις 3.250 μονάδες μέχρι το τέλος του έτους, με πτώση 7,2% στο σύνολο του έτους.

"Κανείς δεν θέλει να έχει πραγματικά έκθεση στις μετοχές της ζώνης του ευρώ, καθώς η αβεβαιότητα του Brexit και ένας πιθανός εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ συνεχίζουν να τρομάζουν τους επενδυτές", επισημαίνει ο Markus Huber, trader στη City of London Markets. "Τα βραχυπρόθεσμα ριμπάουντ της αγοράς είναι πάντοτε πιθανά, αλλά δεν θα είναι δυνατόν να υπάρξει μια ολοκληρωμένη ανάκαμψη μέχρι να υπάρξει λιγότερη αβεβαιότητα στις αγορές", προσθέτει.

Σε ό,τι αφορά το 2019, οι αναλυτές εμφανίζονται περισσότερο απαισιόδοξοι παρά αισιόδοξοι, καθώς το νέο περιβάλλον της νομισματικής πολιτικής και το οριστικό τέλος του φθηνού χρήματος αναμένεται να "χτυπήσουν" τα χαρτοφυλάκια.

"Δεν βλέπουμε τις μετοχές της ζώνης του ευρώ να σημειώνουν καλή πορεία το επόμενο έτος, καθώς αναμένουμε ότι ο κύκλος της εταιρικής κερδοφορίας θα συνεχίσει να επιδεινώνεται", εκτιμά ο Stephane Ekolo, στρατηγός αναλυτής στην Tradition, στο Λονδίνο. Επιπλέον, η εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία τερματίζει το πρόγραμμα QE, το οποίο τόνωσε τις αγορές με 2,6 τρισεκατομμύρια ευρώ από την αρχή του στο α' τρίμηνο του 2015 έως σήμερα, είναι απίθανο να παράσχει οποιαδήποτε στήριξη. "Οι επενδυτές αποτιμούν ήδη το τέλος της πολιτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ το 2019, γεγονός που θα δώσει ώθηση στο ευρώ, ασκώντας ακόμα μεγαλύτερη πίεση στις μετοχές", επισημαίνει ο Guy Foster, επικεφαλής έρευνας στην Brewin Dolphin.

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των 250 funds που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, ο δείκτης Euro STOXX 50 θα φτάσει τις 3.325 μονάδες, ενώ ο STOXX 600 τις 373 μονάδες στα τέλη του 2019, δηλαδή μόλις 2% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, γεγονός που δείχνει ότι οι απώλειες του 2018 δεν αναμένεται να καλυφθούν. Σε ό,τι αφορά τον ιταλικό δείκτη FTSE MIB, ο οποίος έχει χτυπηθεί έντονα λόγω των ανησυχιών για τον Προϋπολογισμό της Ρώμης, εκτιμάται ότι θα βρεθεί στις 19.000 μονάδες στα τέλη του 2018 και στις 19.056 μονάδες στα τέλη του 2019. Ο γερμανικός DAX αναμένεται να φτάσει τις 11.670 μονάδες στα τέλη Δεκεμβρίου και τις 11.850 μονάδες στα τέλη του 2019, ενώ ο γαλλικός CAC 40 αναμένεται στις 5.139 μονάδες φέτος και στις 5.300 μονάδες το 2019.

Τα περισσότερα funds, πάντως, επισημαίνουν πως μεγάλο μέρος της απόδοσης της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από την πορεία της Wall Street. Αυτό σημαίνει ότι, αν οι ΗΠΑ ανακάμψουν, οι μετοχές της Ευρωζώνης θα ανακάμψουν επίσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό, ενώ στην πτώση της Wall Street η βουτιά στην Ευρώπη θα είναι μεγαλύτερη.

Επιφυλακτικότητα στη Wall Street

Οι φόβοι για έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας και μια ενδεχομένως πολύ πιο αυστηρή Fed έχει κάνει τα funds της Wall Street να είναι λιγότερο αισιόδοξα για την πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς το επόμενο έτος, έστω και αν αναμένουν μικρή άνοδο σε σχέση με τα φετινά επίπεδα.

Ο S&P 500 θα τελειώσει το 2019 στις 2.975 μονάδες, ενώ στο τέλος του 2018 θα φτάσει τις 2.800 μονάδες. Ο Dow Jones το 2019 θα κλείσει στις 26.865 μονάδες και στις 25.460 μονάδες στα τέλη του 2018.

"Μειώνουμε τους στόχους μας για τους αμερικανικούς δείκτες λόγω των κινδύνων γύρω από τον εμπορικό πόλεμο καθώς και την πολιτική της Fed", σημειώνει ο Leo Grohowski, επικεφαλής επενδύσεων της BNY Mellon Wealth Management στη Νέα Υόρκη. "Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η εμπορική αψιμαχία, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να μετατραπεί σε εμπορικό πόλεμο". Η πρόβλεψη για τον S&P 500 της BNY Mellon στα τέλη του 2019 είναι οι 3.000 μονάδες, από 3.100 που ήταν πριν από τρεις μήνες.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, από τους μεγαλύτερους κινδύνους στην αγορά είναι εάν οι ΗΠΑ και οι παγκόσμιες οικονομίες αποδειχθούν αδύναμες να αντιμετωπίσουν τα πολύ υψηλότερα επιτόκια. Η Fed αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια τον Δεκέμβριο για τέταρτη φορά φέτος, αλλά τα σημάδια επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας και η πρόσφατη αστάθεια της αγοράς θέτουν ερωτήματα σχετικά με τον αριθμό των αυξήσεων των επιτοκίων το επόμενο έτος, ο οποίος και θα επηρεάσει σημαντικά την πορεία των διεθνών αγορών και όχι μόνον της Wall Street.

Οι δύσκολες προοπτικές του Χ.Α.

Στη δίνη της αβεβαιότητας είναι "εγκλωβισμένη" η Ελλάδα, με το Ελληνικό Χρηματιστήριο και τα ελληνικά ομόλογα να βρίσκονται εδώ και μήνες σε έναν έντονο κλοιό πιέσεων, γεγονός που αποδεικνύει πως οι επενδυτές προτιμούν να απέχουν παρά να "αγοράσουν" το ελληνικό "success story", βάζοντας, έτσι, στο συρτάρι για πολλούς μήνες τα όποια σχέδια για έκδοση νέου ομολόγου και θέτοντας τα ελληνικά assets εκτός του ραντάρ των ξένων χαρτοφυλακίων. H κρίση στην Ιταλία αποτελεί, σύμφωνα με τους αναλυτές, απλώς έναν από τους πολλούς παράγοντες που είναι "υπεύθυνοι" για την αδύναμη εικόνα των ελληνικών μετοχών και ομολόγων, με την έλλειψη ενός αναπτυξιακού σχεδίου, τις καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις και την πολιτική παροχολογίας της ελληνικής κυβέρνησης, το πρόβλημα των "κόκκινων" δανείων των ελληνικών τραπεζών και την κρίση αξιοπιστίας που ακόμη βαραίνει το επενδυτικό κλίμα λόγω των υποθέσεων όπως αυτή της Folli Follie, να αποτελούν τη ρίζα της αρνητικής στάσης των ξένων χαρτοφυλακίων.

Ο κλάδος-οδηγός του Χ.Α., ο τραπεζικός, έχει βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα από τον περασμένο Μάιο και μετά τα αποτελέσματα του α' τριμήνου, με τις κεφαλαιοποιήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών να έχουν "γονατίσει" πλέον σε επίπεδα των 4 δισ. ευρώ, με πτώση 55% από τις αρχές του έτους, και με το Ελληνικό Χρηματιστήριο – παρά το ριμπάουντ της περασμένης εβδομάδας λόγω της θετικής ετυμηγορίας της Moody's για το σχέδιο της ΤτΕ για τα "κόκκινα" δάνεια– να σημειώνει "μαύρη πρωτιά" διεθνώς, καταγράφοντας τις μεγαλύτερες απώλειες από όλους τους διεθνείς δείκτες από τις αρχές της χρονιάς, οι οποίες διαμορφώνονται στο 25%, με 10 δισ. ευρώ να έχουν χαθεί από τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς αυτό το διάστημα.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, η κινητοποίηση των ελληνικών Αρχών για τη μείωση των "κακών" δανείων των τραπεζών σε συνδυασμό με την κίνηση της Eurobank, η οποία στέλνει ένα μήνυμα για τις άλλες ελληνικές τράπεζες, είναι ότι πρέπει να αναζητήσουν τους δικούς τους τρόπους ώστε να επιταχύνουν τη διαδικασία εξυγίανσης χωρίς να προκύψουν νέες κεφαλαιακές ανάγκες, αν και φτιάχνουν το έδαφος για μια αλλαγή σκηνικού στο Χρηματιστήριο, ωστόσο είναι ακόμη πολύ πρόωρο να υπάρξει μια θετική εκτίμηση. Η προσέλκυση των επενδυτών στην Ελλάδα, και επομένως στο Χ.Α., παραμένει το μεγάλο ζητούμενο και, με τη χώρα να βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο το 2019, είναι δύσκολο να δει κανείς την κυβέρνηση να ενεργοποιείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Έχοντας χάσει το τρένο του διεθνούς ράλι τα τελευταία χρόνια, τώρα το Χ.Α. βρίσκεται αντιμέτωπο με τη μεταβλητότητα και την επιφυλακτικότητα που δίνουν το "παρών" στις διεθνείς αγορές, με το 2019 να αποτελεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ένα καθόλου εύκολο έτος για τις μετοχές. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη Societe Generale, η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ το επόμενο έτος θα αποτελέσει πηγή αστάθειας και θα ωθήσει το ευρώ και τις αποδόσεις των ομολόγων της περιοχής σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα. Αυτή είναι μια εξέλιξη η οποία θα χτυπήσει τις μετοχές της περιοχής, όπως επισημαίνει, και συστήνει αποφυγή των μετοχών της ευρωπεριφέρειας, δηλαδή της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, και ιδιαίτερα της Ιταλίας.  capital.gr

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Δεν έχουν περάσει ούτε τρεις μήνες απ' όταν οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υποστήριζαν πως η "σχέση" της Ελλάδας με τις αγορές θα είναι πιο δύσκολη για την Ελλάδα από ό,τι με τους "θεσμούς" στα χρόνια των Μνημονίων.

Η ορθότητα των απόψεων αυτών αποδείχθηκε από την πρώτη στιγμή, με τον πλέον επώδυνο για την ελληνική πλευρά τρόπο. Οι αγορές επ' ουδενί δεν έχουν πειστεί για το δήθεν success story της εξόδου από τα προγράμματα διάσωσης. Τα αφηγήματα της ελληνικής κυβέρνησης, όπως αυτό με τον "καλύτερο προϋπολογισμό των τελευταίων ετών", δεν "αγοράζονται" από τους επενδυτές οι οποίοι επιλέγουν την έξοδο από τα ελληνικά assets, μετοχές και ομόλογα.

Κατάρρευση στο ταμπλό

Η παροχολογία, έστω και με την ανοχή των "θεσμών", αποτελεί για τους ξένους επενδυτές έναν σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα στο να "αγοράσουν" Ελλάδα. Και αυτό αποδεικνύεται από την εικόνα του ελληνικού Χρηματιστηρίου την περασμένη εβδομάδα.

Παρά τα καλά λόγια και το "χτύπημα στην πλάτη" από το Eurogroup προς την ελληνική κυβέρνηση και παρά την έγκριση του ελληνικού Προϋπολογισμού από την Κομισιόν, την περασμένη εβδομάδα το ελληνικό Χρηματιστήριο βρέθηκε σε χαμηλά δύο ετών, με τον Γενικό Δείκτη να χάνει (και) τις 600 μονάδες. Ταυτόχρονα, η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών βυθίστηκε στα 3,95 δισ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό πως η κεφαλαιοποίηση των τριών από τις τέσσερις τράπεζες, των Πειραιώς, Εθνικής, Eurobank, κινείται πλέον κάτω από το 1 δισ. ευρώ. Και όλα αυτά τη στιγμή που τα short funds τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την επιδείνωση του αρνητικού κλίματος και την πίεση στις τιμές των τραπεζικών μετοχών εμφανίζονται να μειώνουν τις θέσεις τους. Το Marshall Wace προχώρησε για πέμπτη συνεχόμενη φορά σε μείωση της short θέσης του στην Τράπεζα Πειραιώς (στο 0,59%) και το Oceanwood Capital Managment μείωσε τη short θέση του στην Εθνική στο 0,61% από 0,89%.

Αξίζει να σημειώσουμε πως από τις αρχές του έτους, όταν η συνολική τους κεφαλαιοποίηση διαμορφωνόταν στα 8,7 δισ. ευρώ, έχουν χαθεί 4,75 δισ. ευρώ (ή το 55%) από τις ελληνικές τράπεζες, ενώ από τα υψηλά έτους του τραπεζικού δείκτη μετά το ράλι του Απριλίου, έχουν χαθεί 7 δισ. ευρώ. Οι απώλειες από τις αρχές του έτους στην Πειραιώς αγγίζουν το 70%, στην Εθνική το 68%, στη Eurobank το 46% και στην Alpha Bank το 40%. Αυτό που προκαλεί έντονο προβληματισμό είναι το γεγονός ότι με τόσο χαμηλό τζίρο (στα 30-40 εκατ. ευρώ σε μέσο όρο) χάνεται χρηματιστηριακή αξία από ελληνικό Χρηματιστήριο πολλές φορές μεγαλύτερη αυτού του μεγέθους.

Φυσικά δεν βοήθησε το κλίμα και η ετυμηγορία της MSCI, η οποία ουσιαστικά "πέταξε" τις τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες εκτός του βασικού της δείκτη για την Ελλάδα και εκτός του "ραντάρ" πολλών επενδυτών. Ωστόσο, αυτή η κίνηση έρχεται ως επακόλουθο και απλώς υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί ένα επενδυτικό στοίχημα με καλές προοπτικές, παρά την έξοδο από τα Μνημόνια.

Οι τράπεζες παραμένουν "κλειδί"

Πώς μπορεί να αντιστραφεί, όμως, αυτή η εικόνα; Τα σχέδια των ελληνικών Αρχών για τις τράπεζες φυσικά είναι σημαντικά αφού δείχνουν ότι υπάρχει δέσμευση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Ωστόσο, ούτε αυτά πείθουν τους επενδυτές. Όπως σχολιάζουν αναλυτές αναφερόμενοι στο σχέδιο της ΤτΕ, ένα μεγάλο ερώτημα το οποίο τίθεται είναι εάν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να βρεθούν επενδυτές για τα ομόλογα τη στιγμή που το ίδιο το ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να εκδώσει ομόλογα και η επενδυτική εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εύθραυστη. Παράλληλα, χώρες όπως η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία απορροφούν ήδη επενδυτές για τα δικά τους NPLs και έτσι ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος.

Και όλα αυτά τη στιγμή που οι διεθνείς οίκοι προβλέπουν αναιμική κερδοφορία για τις ελληνικές τράπεζες το επόμενο διάστημα. Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η πτώση στα καθαρά έσοδα από τόκους (ΝΙΙ) των ελληνικών τραπεζών θα κινηθεί στο 3,3% σε τριμηνιαία βάση στα αποτελέσματα εννεαμήνου τα οποία ολοκληρώνονται στα τέλη του μήνα. Από την πλευρά της, η UBS σημειώνει πως αναμένει χαμηλή κερδοφορία στο μεσοπρόθεσμο διάστημα τόσο για τη Eurobank όσο και για την Alpha Bank λόγω των φιλόδοξων στόχων μείωσης των NPEs, καθώς και υψηλότερες προβλέψεις για το κόστος κινδύνου. Έτσι, προχώρησε στη μείωση της τιμής-στόχου της Alpha Bank στο 1,43 ευρώ από 2,00 ευρώ πριν, καθώς και της Eurobank στα 0,55 ευρώ από 0,97 πριν.

Παροχές vs ανάπτυξη-επενδύσεις

Η ακόμη εύθραυστη εικόνα της Ελλάδας (βλ. ΑΕΠ, μη εξυπηρετούμενα δάνεια), οδηγεί τους επενδυτές σε φυγή από τους ελληνικούς τίτλους, ενώ οι παροχές από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης εν όψει εκλογών προκαλούν ανησυχίες και κάθε άλλο παρά βοηθούν στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης, όπως σημειώνουν αναλυτές. Οι αγορές φοβούνται πως μπορεί να υπάρχουν και πάλι προβλήματα σε δημοσιονομικό επίπεδο, ενώ οι επενδυτές αμφιβάλλουν πως ο στόχος της ανάπτυξης επιτυγχάνεται όταν οι επενδύσεις συνεχίζουν να είναι στάσιμες.

Η "γιγάντωση" του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 10μηνο με την περικοπή ουσιαστικά των δημοσίων επενδύσεων, κάθε άλλο παρά θετικά κρίθηκε από τους επενδυτές. Επιπλέον, οι υψηλοί φόροι και η απουσία νέων επενδύσεων εκτιμάται ότι θα έχει σοβαρές συνέπειες στην οικονομία η οποία συνεχίζει τις χαμηλές πτήσεις αντί να εκτοξευθεί μετά το τέλος των Μνημονίων όπως συνέβη με όλες τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα. Σημειώνεται πως η Κύπρος τρέχει με ανάπτυξη κοντά στο 4%, έχει πάρει επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους αξιολόγησης, και βγήκε στις αγορές –τις ίδιες στις οποίες δεν μπορεί να βγει η Ελλάδα– με 10ετές ομόλογο και με μεγάλη επιτυχία.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, ο Προϋπολογισμός του 2019 απέχει χιλιόμετρα από το να χαρακτηριστεί αναπτυξιακός. Η κυβέρνηση αντί να προσπαθεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη απέναντι στη χώρα, αντί να κινηθεί προς την επανάκτηση της πρόσβασης της στις αγορές, αντί να ενισχύσει την ανάπτυξη, επιλέγει την εύκολη και πεπατημένη οδό των περικοπών στο ΠΔΕ. Η έγκριση αυτής της πολιτικής από τους δανειστές, ενισχύσει ακόμη περισσότερο την αμφισβήτηση των αγορών προς τις θέσεις και την κρίση τους.

Είναι ξεκάθαρο πως όποιος θεώρησε πως η οκταετής κρίση τελείωσε μαζί με το τέλος του τρίτου προγράμματος τον Αύγουστο και η χώρα έχει μπει στον δρόμο της κανονικότητας, προφανώς αποδείχθηκε λάθος. Όσο και αν οι δανειστές προσπαθούν να στείλουν θετικά μηνύματα καθώς, με την Ιταλία σε αναταραχή και με την πολιτική αβεβαιότητα στο Βερολίνο να χτυπά "κόκκινο", θέλουν να αποφύγουν ένα νέο δράμα γύρω από την Ελλάδα. Ωστόσο, μεταμνημονιακά οι αγορές είναι αυτές που "μιλούν" και αυτήν τη στιγμή κρίνουν πως η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη, έχει υψηλό ρίσκο και η εμπιστοσύνη θα αργήσει να επιστρέψει.

Κανείς δεν "αγόρασε" την καθαρή έξοδο

Οι αγορές δεν πείστηκαν επίσης από την "καθαρή έξοδο" που συμφώνησαν ελληνική κυβέρνηση και "θεσμοί" και η οποία έχει επιτευχθεί εδώ και τρεις μήνες. Απόδειξη είναι πως συνεχίζουν να βάζουν "φρένο" στα όποια σχέδια της Ελλάδας για νέα έκδοση ομολόγου εδώ και εννέα μήνες, δείχνοντας πως για αυτό δεν φταίει μόνο η αναταραχή στην Ιταλία όπως διαμήνυσε πρόσφατα ο υπουργός των Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Τελικά, η Ελλάδα "πληρώνει" ακριβότερα την ιταλική κρίση όπως δείχνει η πορεία των ελληνικών ομολόγων, τα οποία την περασμένη εβδομάδα σημείωσαν σημαντικά μεγαλύτερη επιδείνωση από τα ιταλικά, μετά και τις εξελίξεις γύρω από το ζήτημα του Προϋπολογισμού της Ιταλίας, με τη Ρώμη να δηλώνει –παρά τις παρατηρήσεις του Eurogroup– πως δεν θα αλλάξει τα σχέδιά της. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου βρέθηκε κοντά στο 4,7% και στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη Μαΐου, ενώ το spread έναντι των γερμανικών ομολόγων εκτοξεύθηκε στις 434 μονάδες βάσης. Αντίθετα, τα ιταλικά ομόλογα μετά από μία μικρή επιδείνωση, σημείωσαν ράλι με το spread τους να διαμορφώνεται πλέον στις 305 μ.β. και την απόδοση των 10ετών στο 3,4%.

Παρόλο, λοιπόν, που η Ιταλία αποτελεί το επίκεντρο των ανησυχιών και των αναταραχών, τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία είναι αυτά που δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις, τη στιγμή που άλλα ομόλογα της ευρωπεριφέρειας, όπως τα πορτογαλικά, παραμένουν "ατάραχα". Αυτό αποδεικνύει ότι παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει βγει εδώ και τρεις μήνες από το καθεστώς των προγραμμάτων διάσωσης, παραμένει ακόμη εξαιρετικά ευάλωτη στις εξωτερικές εξελίξεις, με τους επενδυτές να θεωρούν ότι ενέχει ακόμη μεγάλο ρίσκο, γι’ αυτό και προτιμούν να απέχουν από τους ελληνικούς τίτλους.

Η επενδυτική κοινότητα προφανώς δεν έχει ακόμη πειστεί για τις προοπτικές της Ελλάδας. Η αβεβαιότητα που υπάρχει τόσο στο μακροοικονομικό όσο και στο πολιτικό τοπίο κρατούν "κλειστή" την πόρτα των αγορών. Το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει κάτω από την κατηγορία "επενδυτικής βαθμίδας", η μη επιλεξιμότητα των ελληνικών ομολόγων στις πράξεις χρηματοδότησης της ΕΚΤ καθώς και το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών, διατηρούν την επιφυλακτικότητα των μακροπρόθεσμων επενδυτών στο να αυξήσουν την έκθεσή τους.

Τα stress tests δεν έπεισαν

Η αμφισβήτηση της κρίσης των "θεσμών", πάντως, δεν ισχύει μόνο για την περίπτωση της Ελλάδας. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες πέρασαν τα stress tests με τη... βούλα των Αρχών, με την ΕΚΤ να διαπιστώνει πως είναι σαφώς πιο υγιείς και με μεγαλύτερη κεφαλαιακή επάρκεια σήμερα σε σύγκριση με την εικόνα που παρουσίασαν πριν από δύο χρόνια στον προηγούμενο γύρο των tests, ωστόσo, οι μετοχές τους έχουν βρεθεί σε έναν κλοιό έντονων πιέσεων με τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600 Banks να σημειώνει απώλειες της τάξης του 28% από τα υψηλά έτους τον Ιανουάριο και πολλές τράπεζες να έχουν μάλιστα υποαποδώσει σημαντικά (π.χ., Deutsche Bank -48%, Danske Bank -45%, Commerzbank -37%, Banco Sabadell -32%, Unicredit και Intesa -31%).

Κάτι ανάλογο ισχύει φυσικά και για τις ελληνικές τράπεζες οι οποίες βρέθηκαν –και συνεχίζουν να βρίσκονται έως και σήμερα– στο μάτι του κυκλώνα αμέσως μετά την ανακοίνωση των δικών τους stress tests τον Μάιο, με τον ελληνικό τραπεζικό δείκτη να έχει σημειώσει βουτιά άνω του 60% από τις 1.031 μονάδες στα τέλη Απριλίου και στα ιστορικά χαμηλά των 409 μονάδων την περασμένη εβδομάδα.capital.gr

Οι αγορές κάνουν τη δουλειά τους.

Αυτό το έχουν καταλάβει οι περισσότεροι στη χώρα μας και πρόσφατα το αντιλαμβάνονται και στην γειτονική Τουρκία.
Η Ελλάδα γιόρτασε το τέλος της οκταετούς μνημονιακής περιόδου, αλλά δεν σηματοδότησε μία πολυαναμενόμενη ομολογιακή έκδοση τον επόμενο μήνα.
Η κλιμάκωση της περιρρέουσας έντασης, όπως σημειώνει το Reuters, όπως η αναστάτωση που προκλήθηκε στις αγορές με αφορμή την νέα ιταλική κυβέρνηση, ανάγκασε την Ελλάδα να "παγώσει" τα σχέδια αυτά τον Μάϊο. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και τον προσεχή μήνα αλλά και τον Οκτώβριο.
Τώρα η συναλλαγματική κρίση στην Τουρκία επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια "όρεξη" ανάληψης κινδύνου, καθιστώντας και πάλι την έκδοση ενός τέτοιου ελληνικού ομολόγου και πάλι ασύμφορη σε απαγορευτικό βαθμό.
Τρεις από τους βασικούς διαπραγματευτές των ελληνικών ομολόγων εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προσφέρει απόδοση άνω του 4,5% ακόμη και 5% για να προσελκύσει επενδυτές. Πρόκειται για επίπεδα που η Αθήνα πιθανώς να θεωρεί μη βιώσιμα.
«Επί του παρόντος, δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να προχωρήσει. Νομίζω ότι πρέπει να δούμε την κατάσταση στην Τουρκία να ηρεμεί και η ιταλική πολιτική σκηνή να γίνει λίγο πιο σταθερή» αναφέρει ένας εκ των βασικών διαπραγματευτών.
«Αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να πληρώσουν ένα γιγαντιαίο premium για τη νέα έκδοση - και δεν χρειάζεται να το κάνουν άμεσα, επομένως εγώ θα περίμενα», συμπληρώνει ο ίδιος, μιλώντας στο Reuters υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Με την άποψη αυτή, συμφωνούν και οι άλλοι δύο τραπεζίτες που μίλησαν στο ειδησεογραφικό πρακτορείο. Και οι τρεις υποστηρίζουν ότι το premium της νέας έκδοσης θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να κινηθεί μεταξύ των 25 και 40 μονάδων βάσης ώστε να προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον.
Με βάση την καμπύλη των ελληνικών κρατικών ομολόγων, ένα 10ετές ομόλογο με ημερομηνία λήξης τον Σεπτέμβριο του 2028 θα διαπραγματευτεί με απόδοση κοντά στο 4,4-4,45%. Συμπεριλαμβανομένου του premium, η απόδοση ενός νέου 10ετούς ομολόγου κινείται προς το 5%.
«Έχει πραγματικά νόημα για αυτούς να προχωρήσουν σε έκδοση ομολόγου σε αυτά τα επίπεδα όταν έχουν την δυνατότητα να λάβουν χρηματοδότηση από τον ESM με πολύ χαμηλότερα επιτόκια;», διερωτάται ένας από τους τραπεζίτες.
«Το γνωρίζω ότι θέλουν να δείξουν ότι έχουν πρόσβαση στις αγορές, αλλά είναι εχέφρονες» συμπληρώνει.
Οριακή πτώση στα επιτόκια ομολόγων μετά το διάγγελμα Τσίπρα
Στην αγορά ομολόγων, την ίδια ώρα η απόδοση του δεκαετούς υποχωρεί στο 4,28% έναντι κλεισίματος στο 4,33% στην προηγούμενη συνεδρίαση, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
H πτώση των πέντε μονάδων βάσης θεωρείται σημαντική, αλλά είναι αμφίβολο εάν θα έχει συνέχεια.
Το τελευταίο διάστημα καμία από τις θετικές εξελίξεις, ούτε η αναβάθμιση, ούτε συστάσεις όπως αυτή της Societe Generale, που χαρακτηρίζει τα ελληνικά ομόλογα πιο ασφαλή από τα ιταλικά δεν στάθηκαν ικανές να οδηγήσουν σε ουσιαστική αποκλιμάκωση των αποδόσεων που τον τελευταίο μήνα ακολούθησαν την ανιούσα.
Απαισιόδοξο για τις εξελίξεις το Χρηματιστήριο
Στα επίπεδα που βρισκόταν τον Νοέμβριο του 2017 βρέθηκε σήμερα το Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο υπό το βάρος ενός άτακτου risk off σε δεικτοβαρείς μετοχές, λίγο έλειψε να χάσει και τις 700 μονάδες.
Ειδικότερα, ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με απώλειες 1,04% στις 705,20 μονάδες, ενώ σήμερα κινήθηκε μεταξύ των 718,28 μονάδων (+0,80%) και 701,18 μον. (-1,60%). Ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 43,9 εκατ. ευρώ και ο όγκος ανήλθε στα 36,9 εκατ. τεμάχια.
Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης έκλεισε με απώλειες 0,91%, στις 1.870,22 μονάδες, ενώ στο -1,09% ολοκλήρωσε τις συναλλαγές ο Mid Cap και στις 1.127,28 μονάδες. Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε με πτώση 2,44% στις 698,21 μονάδες.
Τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση πανηγυρίζει το τέλος των μνημονίων, το χρηματιστήριο πέφτει σε χαμηλά 10 μηνών σχεδόν και η έκδοση ενός νέου ομολόγου καθυστερεί λόγω... ανωτέρας βίας. Και όλα αυτά όταν το διάγγελμα του πρωθυπουργού για την "ιστορική μέρα" δίνει την αίσθηση της προεκλογικής περιόδου, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά των ανησυχιών για το μέλλον της χώρας.
Αυτό είναι το μείγμα που οδηγεί τις τελευταίες ημέρες την αγορά σε σταθερή πτωτική πορεία, με τους αγοραστές να προσπαθούν χωρίς αποτέλεσμα να κρατήσουν τους τίτλους τους εκτός των υπερπουλημένων επιπέδων.
zougla.gr
Σελίδα 1 από 15

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot