Ο Γάλλος επίτροπος τάσσεται υπέρ ενός μηχανισμού, ο οποίος θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους ενώ θα επιτρέπει μέτρα ελάφρυνσης σε συνάρτηση με την ανάπτυξη. Αληθινός εταίρος εμπιστοσύνης το ΔΝΤ.
Οι Εαρινές Σύνοδοι του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας έδωσαν οριστικό τέλος στη φημολογία περί παράτασης του τρίτου προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας, υπογραμμίζει ο αρμόδιος για τις οικονομικές υποθέσεις επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Agence Europe, ο Γάλλος επίτροπος τάσσεται, επίσης, υπέρ ενός ημι-αυτόματου μηχανισμού, ο οποίος θα μπορεί να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, ενώ ταυτόχρονα θα επιτρέπει μετά τα μέσα Αυγούστου (ημερομηνία ολοκλήρωσης του σχεδίου διάσωσης) τη βιωσιμότητά του -μέσω μέτρων ελάφρυνσης- σε συνάρτηση με την ανάπτυξη που θα καταγράφεται στη χώρα.
Αναλυτικά, ως προς τα χρονοδιαγράμματα, ο Γάλλος επίτροπος αναφέρει τα εξής:
«Έχουν γίνει εκτενέστατες συζητήσεις σχετικά με την Ελλάδα στην Ουάσιγκτον με όλους τους φορείς και πιστεύω ότι υπάρχουν στέρεα σημεία σύγκλισης. Η ιδέα μίας παράτασης του προγράμματος διάσωσης είχε δώσει τροφή σε φήμες, στις οποίες, όμως, αυτές οι Σύνοδοι έδωσαν οριστικό τέλος. Όλος ο κόσμος νιώθει την υποχρέωση σεβασμού του σχετικού χρονοδιαγράμματος. Εντός Ιουνίου ή Ιουλίου θα ληφθούν αποφάσεις. Τον Αύγουστο η Ελλάδα θα εξέλθει από το πρόγραμμα βοήθειας. Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας αυτή την υπόθεση».
Σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και το κατά πόσο η Γερμανία θα επιθυμούσε να συνδέσει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ο Μοσκοβισί δηλώνει:
«Τα σημεία της συζήτησης αυτής είναι γνωστά: Πώς θα διασφαλίσουμε την παρακολούθηση της ελληνικής οικονομίας μετά το τέλος του προγράμματος διάσωσης, ούτως ώστε η Ελλάδα να τηρεί τις δεσμεύσεις της και πώς θα θέσουμε σε εφαρμογή έναν μηχανισμό, ο οποίος θα επιτρέπει την ελάφρυνση του χρέους σε συνάρτηση με την ανάπτυξη. Επίσης, πώς θα θέσουμε σε εφαρμογή μία στρατηγική ανάπτυξης. Δεν είμαστε στη φάση οριστικοποίησης (των αποφάσεων). Αλλά εάν ο καθένας πράξει αυτό που του αναλογεί -εάν, δηλαδή, οι Έλληνες μεταρρυθμίσουν την οικονομία τους, όπως πρέπει, και εάν οι εταίροι αποδείξουν την αλληλεγγύη τους-, το θέμα αυτό θα κλείσει και μάλιστα με θετικό τρόπο».
Απαντώντας στο ερώτημα «αν συμφωνεί η Επιτροπή με το ΔΝΤ, το οποίο θέλει έναν αυτόματο μηχανισμό που θα προχωρά σε μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις», ο Γάλλος επίτροπος σημειώνει:
«Χρειαζόμαστε έναν μηχανισμό σταθερό και βιώσιμο. Εκτιμώ ότι ο αυτοματισμός είναι μία καλή βάση. Αυτός δεν θα πρέπει, ωστόσο, να εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο, που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την έκφραση πολιτικής βούλησης. Ας πούμε ότι ένα ημι-αυτόματο σύστημα είναι μάλλον η καλύτερη επιλογή. Αλλά ας μην επιστρέψουμε σε έναν «χειροκίνητο» μηχανισμό».
Απαντώντας, τέλος, στο ερώτημα αν έχει νόημα η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα βοηθείας λίγο πριν την ολοκλήρωσή του, ο Μοσκοβισί αναφέρει:
«Το ΔΝΤ είναι ένας αληθινός εταίρος εμπιστοσύνης και όλος ο κόσμος επιθυμεί τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα μέχρι τέλους. Είναι μία περιπέτεια που την ξεκινήσαμε μαζί και πρέπει να την ολοκληρώσουμε μαζί».
Μπορεί να έχουν περάσει περίπου 10 μήνες από τις 15 Ιουνίου του 2017, όταν και το Eurogroup αποφάσισε να υιοθετήσει τη γαλλική πρόταση για ένα μηχανισμό που θα συνδέει την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους με την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο κάποιες σημαντικές πτυχές του μηχανισμού αυτού παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Ο μηχανισμός για την ελάφρυνση του χρέους με «ρήτρα ανάπτυξης» έχει μεγάλη τεχνική χρησιμότητα. Ουσιαστικά έρχεται να στηρίξει την απομείωση του χρέους σε πραγματικά γεγονότα, καθώς για την ενεργοποίηση της αναδιάρθρωσης των ομολόγων του EFSF κατά την περίοδο μετά το πρόγραμμα δεν θα λαμβάνονται υπόψη οι «στατικές» αναπτυξιακές προβλέψεις της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους των θεσμών, αλλά «δυναμικές» προβλέψεις , ήτοι οι πραγματικές εξελίξεις και οι πραγματικοί ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης.
Έτσι, η αλλαγή του προφίλ των ομολόγων του EFSF (π.χ. η επέκταση των διαρκειών τους έως και 15 έτη) θα γίνεται βάσει του μηχανισμού αναπτυξιακής προσαρμογής του χρέους. Τι σημαίνει αυτό; Πως εάν οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι αυξημένοι σε σχέση με την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που θα έχουν συντάξει οι θεσμοί, τότε το χρέος θα αποπληρώνεται ταχύτερα, ενώ εάν οι ρυθμοί είναι πιο αργοί τότε θα γίνεται μεγαλύτερη παρέμβαση στο χρέος , ώστε οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα.
Το ανακοινωθέν του Eurogroup του προηγουμένου Ιουνίου ανέφερε πως ο συγκεκριμένος μηχανισμός προσαρμογής στην ανάπτυξη θα πρέπει να είναι λειτουργικός (operational). Σε αυτή την ιδιότητα «κολλάνε» μέχρι σήμερα οι διαβουλεύσεις τόσο εντός του EuroWorking Group όσο και μεταξύ των θεσμών.
Πληροφορίες που μετέδωσε το CNN Greece από την Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον ανέφεραν πως η ευρωζώνη έχει καταλήξει σε μια κοινή πρόταση για το πώς θα μοιάζει ο μηχανισμός που θα συνδέει την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους με την πραγματική ανάπτυξη, ωστόσο δεν έχει υπάρξει συμφωνία για το πώς αυτός θα ενεργοποιείται.
Αν και το ΔΝΤ τάσσεται υπέρ της αυτόματης ενεργοποίησης του εν λόγω μηχανισμού, δηλαδή χωρίς να απαιτείται απόφαση του Eurogroup, υπάρχουν κράτη μέλη που δεν το δέχονται αυτό και ζητούν να εφαρμοστεί η απόφαση του Eurogroup του Μάιου 2016 που μιλούσε ρητά για ελάφρυνση του χρέους με «διαδοχική προσέγγιση», όπου το πακέτο μέτρων για το χρέος θα μπορούσε να γίνεται σταδιακά και προοδευτικά.

Πηγές του Ευρωσυστήματος ανέφεραν στο CNN Greece πως εάν υιοθετηθεί το πνεύμα του ανακοινωθέντος της Ευρωομάδας του προηγούμενου Ιουνίου, τότε δεν θα αμφισβητηθεί ο αυτοματισμός του μηχανισμού, καθώς χωρίς αυτοματισμό δεν υφίσταται λειτουργικότητα.
Το ζήτημα είναι πως όσο καθυστερούν οι αποφάσεις για το μηχανισμό τόσο καθυστερούν να μπουν στη θέση τους και τα λοιπά κομμάτια του πάζλ για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, όπως το τι θα γίνει με την επαναγορά των δανείων του ΔΝΤ και με τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης.
Λιτότητα διαρκείας με πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ ως το 2030 και λύση του χρέους σε δόσεις ζητά πλέον ο Ευρωπαϊκός Βορράς εν όψει της συζήτησης για την επόμενη μέρα του τρίτου Μνημονίου.
Οι Ευρωπαίοι -ειδικά η Γερμανία και οι σύμμαχοί της στο Eurogroup (Ολλανδία, Φινλανδία, Σλοβακία, Αυστρία)- επιμένουν ότι μετά την περίοδο 2018-2022 θα πρέπει να «κλειδώσει» από τώρα στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% ή και λίγο περισσότερο μέχρι και το 2030, με στόχο να υπάρξει «πολιτικά ανεκτή» λύση για την ελάφρυνση του χρέους.
Η επιχειρηματολογία, που αναπτύσσεται κυρίως από τη Γερμανία και προσυπογράφεται από τους υπόλοιπους, είναι ότι αν η Ελλάδα θέλει να έχει την ελάφρυνση χρέους μέχρι και το 2060, θα πρέπει να αναλάβει και αντίστοιχες δεσμεύσεις.
Από τον Ιούνιο του 2017 έχει αποφασιστεί ότι η λύση που θα δοθεί, «αν χρειαστεί», για το χρέος δεν θα βασίζεται στην καθαρή εκ των προτέρων μείωσή του (κούρεμα), αλλά στην εξομάλυνση της καμπύλης αποπληρωμής. Με άλλα λόγια, οι πληρωμές δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το 15% του ΑΕΠ ως το 2030 και το 20% του ΑΕΠ από το 2031 έως το 2040. Στην ίδια συνεδρίαση κλείδωσε η υποχρέωση για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ την πενταετία 2018-2022. Για το 2023 και μετά υπήρξε μια διπλωματική αναφορά για «στόχο πλεονάσματος 2% ή και λίγο περισσότερο».
Τώρα που η συζήτηση έχει φτάσει σε κομβικό σημείο, οι χώρες οι οποίες θα πρέπει να περάσουν από τα κοινοβούλιά τους τη λύση που θα αποφασιστεί για το ελληνικό χρέος απαιτούν και τη διευκρίνιση των υποχρεώσεων της Ελλάδας.
Μάλιστα, η Γερμανία και ο κύκλος επιρροής της εντός του Eurogroup επιμένουν στη «λύση με δόσεις». Μπορούν να δεχθούν τη λύση που έχει προτείνει η Γαλλία, για σύνδεση της αποπληρωμής χρέους με την ανάπτυξη, υπό τον όρο ότι η Ελλάδα θα περνάει από εξαμηνιαίες εξετάσεις για τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και τη συνέχιση εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Ας σημειωθεί ότι πηγή του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών τονίζει ότι «ακόμη και αν υπό την πίεση των εξελίξεων η ελληνική πλευρά σκεφτεί τελικά να καταφύγει σε προληπτική πιστωτική γραμμή, αυτή θα είναι πολύ δύσκολο να εγκριθεί από όλα τα κοινοβούλια». Τούτο διότι πλέον η «γραμμή» είναι να ολοκληρωθεί ο κύκλος των Μνημονίων εντός της ευρωζώνης ώστε να προχωρήσουν ταχύτερα η τραπεζική και η δημοσιονομική ενοποίηση των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ, με νέο μηχανισμό διάσωσης και το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
Σε ό,τι αφορά το πακέτο δεσμεύσεων που θα πρέπει να αναλάβει η Ελλάδα μετά το Αύγουστο, οι ίδιες πηγές διευκρινίζουν ότι, εκτός από τις ουρές που μάλλον θα αφήσει για τεχνικούς λόγους η τέταρτη αξιολόγηση, η Ελλάδα θα πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη σταθεροποίηση των τραπεζών με τη μείωση των «κόκκινων» δανείων και του ασφαλιστικού συστήματος με το συνεχή έλεγχο των δαπανών. Επίσης, να προχωρήσει ουσιαστικά τις αποκρατικοποιήσεις και να διατηρήσει τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών.
Η στάση του ΔΝΤ
Την ίδια ώρα, ο μέχρι πρότινος στενός εταίρος του Βερολίνου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φαίνεται να διαφοροποιείται από τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Βορρά, παρότι η Γερμανία και η Ολλανδία επέβαλαν την παρουσία του στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα. Εμμένει στη θέση του ότι μετά το 2022 ο στόχος για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει να υποχωρήσει στο 1,5% του ΑΕΠ ώστε να είναι εφικτός και βιώσιμος. Παράλληλα, επιμένει ότι η λύση για το χρέος θα πρέπει να είναι συνολική και άμεσα εφαρμόσιμη για να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το Ταμείο, η λύση σε δόσεις θα «θολώσει» το τοπίο μετά το Μνημόνιο. Θα δώσει λάθος σήμα στις αγορές ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε πρόγραμμα, με αποτέλεσμα η έξοδος στις αγορές να γίνει ακριβότερη, ακυρώνοντας έτσι ένα μέρος της ελάφρυνσης του χρέους.
Σε αυτή τη φάση το Ταμείο φαίνεται ότι συντάσσεται με τη Γαλλία, τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που υποστηρίζουν τη γενναία ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και στη συνέχεια μια χαλαρή εποπτεία που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να «ανασάνει» μετά από οκτώ χρόνια Μνημονίων.
Ωστόσο η στάση του αναμένεται να ξεκαθαριστεί στο τέλος της εβδομάδας όταν όλοι οι πρωταγωνιστές του ελληνικού προγράμματος θα βρεθούν στην Ουάσιγκτον για την εαρινή σύνοδο του Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η πρώτη εκτίμηση είναι ότι αναμένεται να έχουμε άλλη μια δημόσια αντιπαράθεση με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Ολαφ Σολτς για την Ελλάδα.
Το βέβαιο είναι ότι το ΔΝΤ θέλει να παρατείνει την παραμονή του στην Ε.Ε., με σημείο αναφοράς το ελληνικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό, άλλωστε, η επικεφαλής του Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, από εκδήλωση όπου παραβρέθηκε στο Βερολίνο, έχει «απειλήσει» εμμέσως ότι χωρίς τη λύση που προκρίνει το Ταμείο, η επόμενη έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους θα είναι αρνητική, ακόμη και αν έχουν ληφθεί οι σχετικές αποφάσεις από τους Ευρωπαίους δανειστές.
Η διάθεση για παραμονή του Ταμείου στην Ευρώπη συνδέεται είτε με την αδιαφορία που έχει συναντήσει από την κυβέρνηση των ΗΠΑ είτε (για κάποιους άλλους) με τις πολιτικές βλέψεις της ίδιας της κ. Λαγκάρντ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Ταμείο γνωρίζει ότι αυτό εξαρτάται από τη συναίνεση της Γερμανίας.
Η στάση του ΔΝΤ εκτός από το θέμα του χρέους περιπλέκει και την ολοκλήρωση του προγράμματος της Ελλάδας, αφού αυτή συνδέεται με τα μέτρα της διετίας 2019-2020 και το ενδεχόμενο να εφαρμοστούν από το 2019 η περικοπή των συντάξεων και η μείωση του αφορολόγητου ορίου χωρίς αντίμετρα.
eleftherostypos.gr
Το πρόσφατο δημοσίευμα της Handelsblatt για την ελάφρυνση του χρέους πυροδότησε σειρά αντιδράσεων, εκτιμήσεων και αναλύσεων για τα σενάρια μετάβασης στη μεταμνημονιακή εποχή και το τι θα φέρει η επόμενη μέρα.
Το Βερολίνο προτιμά να κρατήσει καταρχήν κλειστά τα χαρτιά του στο ζήτημα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους που επανέφερε η γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt. Οτιδήποτε άλλο βέβαια δεν θα ήταν και πολιτικά έξυπνο στην παρούσα φάση. Ο νέος υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς ανέλαβε μόλις προ ολίγων εβδομάδων τα καθήκοντά του. Οι περισσότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν μεν στο ότι θα ακολουθήσει μια διαφορετική πολιτική σε σύγκριση με τον προκάτοχό του Σόιμπλε και πως -αντί να χτίζει τείχη, όπως σημειώνουν αναλυτές -θα είναι αρκετά πιο συμβιβαστικός.
Εντούτοις αποτελεί κοινή παραδοχή ότι εάν το πρώτο δείγμα γραφής του νέου υπουργού ήταν η πλήρης υπαναχώρηση έναντι των ελληνικών αξιώσεων, τότε αυτό θα προκαλούσε σίγουρα αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας και θα έδινε «γερό πάτημα» στην αντιπολίτευση, πόσο μάλλον στο εθνολαϊκιστικό AfD.
Πρώτες προειδοποιητικές βολές από βουλευτές
Ήδη χθες ορισμένοι βουλευτές ακόμη και της συμπολιτευόμενης Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης προειδοποίησαν τον Σολτς να μην είναι ιδιαίτερα υποχωρητικός έναντι της Ελλάδας. Συγκεκριμένα το Οικονομικό Συμβούλιο της CDU ζήτησε να μην αποδεσμευτεί η Ελλάδα πρόωρα από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. «Μετά από δέκα χρόνια πολιτικής διάσωσης δεν υπάρχει ουδεμία αφορμή για μια τέτοια κίνηση», σχολίασε ο γγ. του συμβουλίου Στάιγκερ, προσθέτοντας ότι «επ΄ ουδενί ο Τσίπρας κατάφερε να λύσει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας του».
Έτσι το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών απέφυγε σύμφωνα με το Deutsche Welle, να πάρει ξεκάθαρη θέση στις προτάσεις Γαλλίας και ESM για το ελληνικό χρέος. Απαντώντας σε σχετική ερώτης χθες Τετάρτη, ο εκπρόσωπος του υπουργείου παρέπεμψε στο επόμενο Eurogroup που θα συζητήσει το θέμα, στο αναπτυξιακό σχέδιο που καλείται να παρουσιάσει η ελληνική πλευρά αλλά και στην ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης που είναι βασική προϋπόθεση για τα όποια επόμενα μέτρα.
Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι ο εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι και μετά το τέλος του προγράμματος θα υπάρχει ένας «έλεγχος» από πλευράς των θεσμών.
Πηγή: enikonomia.gr
Το δυσθεώρητο ελληνικό χρέος βάζει σε μεγεθυντικό φακό η Handelsblatt στη διαδικτυακή της έκδοση.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Κρατικού Χρέους στις 31 Δεκεμβρίου του 2017 ανέρχονταν σε 328,7 δις ευρώ και μέχρι τέλος του 2018 προβλέπεται να αγγίξει τα 332 δις ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γερμανός δημοσιογράφος, κάθε Έλληνας, από βρέφος μέχρι ηλικιωμένος, χρωστά 30.000 ευρώ ή 180% του ΑΕΠ, δηλαδή 3 φορές περισσότερο από όσο προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας.
«88 προαπαιτούμενα μέχρι το καλοκαίρι»
«Χρέη αυτού του μεγέθους δεν θεωρούνται βιώσιμα» γράφει η εφημερίδα. «Εάν η Ελλάδα θέλει να βγει κάποτε από την κρίση και να σταθεί στα πόδια της χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους. Το θέμα βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη του επόμενου Eurogroup στις 27 Απριλίου στη Σόφια. Το ερώτημα, στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι υπουργοί Οικονομικών, είναι τι πρόκειται να γίνει με την Ελλάδα, αν και αναμένονται απαντήσεις αφότου ολοκληρωθεί επιτυχώς και η τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος. Μέχρι το καλοκαίρι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει 88 προαπαιτούμενα». Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι οι υπουργοί Οικονομικών από τον Νοέμβριο του 2012 έθεσαν ως προοπτική τη λήψη μέτρων για να ελαφρύνουν τους Έλληνες από το βάρος των χρεών και από τότε το διατρανώνουν συνεχώς. «Το ότι έχει μείνει μέχρι τώρα μόνο εξαγγελία οφείλεται κυρίως στον πρώην υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος επιβλήθηκε στο Eurogroup ότι μόνο στο τέλος του προγράμματος το 2018, κι αν είναι απαραίτητο, θα αποφασιστούν επιπλέον μέτρα για το χρέος».
Το χρέος και οι εκλογές το αργότερο το 2019
Θα μπορέσει ποτέ η Ελλάδα να επιστρέψει τα χρέη της; «Για την ώρα δεν φαίνεται να έχει προβλήματα, διότι η εξόφληση ξεκινά από το 2023, αλλά το πώς θα εξελιχθεί το χρέος εξαρτάται από την οικονομική ανάπτυξη, τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και τους όρους χρηματοδότησης του χρέους της στις αγορές» σημειώνει η εφημερίδα. «Σύμφωνα με ανάλυση βιωσιμότητας της Κομισιόν το ελληνικό χρέος μέχρι το 2060 θα πέσει στο 79,5% σύμφωνα με το καλύτερο σενάριο, και στο 244,1% σύμφωνα το χειρότερο. Το μεγάλο εύρος της πρόβλεψης δείχνει πόσο αβέβαιο παραμένει αν η Ελλάδα τελικά απελευθερωθεί από την παγίδα του χρέους. Είναι βέβαιο ότι χωρίς ελάφρυνση του χρέους δεν μπορεί να γίνει» αποφαίνεται ο συντάκτης υπενθυμίζοντας ότι και πολιτικά το θέμα είναι πολύ δύσκολο.
«Σε μερικές χώρες του ευρώ, μεταξύ αυτών η Γερμανία, θα πρέπει να εγκριθεί μια ελάφρυνση χρέους από τα κοινοβούλια, όπου υπάρχουν μεγάλες αντιστάσεις σε νέες παραχωρήσεις απέναντι στην Ελλάδα. Από την πλευρά των δανειστών εκφράζονται σωστά επιχειρήματα υπέρ της ελάφρυνσης, που θα μπορούσε να ενισχύσει την δανειοληπτική αξιοπιστία της χώρας και να τη βοηθήσει να χρηματοδοτήσει το χρέος της πιο οικονομικά. Από την άλλη υπάρχει και η ανησυχία ότι με τη λήξη του προγράμματος η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να ανατρέψει τις μη δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις και να μοιράσει χρήματα, όταν η χώρα δεν θα εξαρτάται πια από δάνεια, πόσο μάλλον που ο πρωθυπουργός Τσίπρας πρέπει να περάσει από εκλογές το αργότερο μέχρι το 2019».
Πηγή: Deutsche Welle

 

 

eshopkos-foot kalymnosinfo-foot kalymnosinfo-foot nisyrosinfo-footer lerosinfo-footer mykonos-footer santorini-footer kosinfo-foot expo-foot